Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

[Θεσσαλονίκη, Εβραίοι 12 * Thessaloniki, Jews 12]: parva iudaica thessalonicensia ΧΙI. Le Progrès, εβραϊκή γαλλόφωνη εφημερίδα της Θεσσαλονίκης: [Σαμ Μοδιάνο, Ιεσούα Χουλή & Σια] - [Ιδρυτικόν Συμβόλαιον της εφημερίδας Le Progrès / η Πρόοδος, 9/2/1924], Αριθμός 15812, Ομόρρυθμος εμπορική εταιρεία. Δραχμαί 30.000 [και] 2. [Συμβόλαιον] Αριθμός 2618, Εταιρικόν δραχμών 5000, 19/9/1930 [Le Progrès - Σαμ Μοδιάνο και Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή] * Le Progrès, French Jewish newspaper in Thessaloniki: [Sam Modiano, Jessoua Hulli & Co] - [Founding contract of the newspaper Le Progrès / The progress, 02/09/1924] Number 15812, General trading company. 30,000 drachmas [and] 2. Number 2618, Corporate drachmas 5000, 19/9/1930 [Le Progrès - Sam Modiano and Abraham Levy]


   

Μνήμη των εκδοτών: Ιεσούα Χουλή, Σαμ Μοδιάνο και  Αβραάμ Λεβή


Εικόνα 1: Το φύλλο Νο 635, Lundi 15 Fevrier 1926. Εκτός από τον τίτλο [Le Progrès, Quotidien du matin], την διεύθυνση του γραφείου [Bureau: 30 rue Coundouriotis – Salonique] και τον αριθμό τηλεφώνου [Telephone 11- 30] κανένα άλλο στοιχείο δεν υπάρχει, σχετικό με την ταυτότητα της εφημερίδας.



Πρόλογος


Η Le Progrès υπήρξε μία από τις σοβαρότερες εφημερίδες του μεσοπολέμου στην Θεσσαλονίκη, εκδόθηκε στις αρχές του 1924 και αναγκαστικά  διέκοψε την έκδοσή της το 1941, όταν κατέλαβαν οι Γερμανοί την πόλη, απαγόρευσαν την κυκλοφορία της και κατέσχεσαν τις εγκαταστάσεις της. Εκδότες ήσαν οι: Ιεσούα Χουλή, Σαμ Μοδιάνο και Αβραάμ Λεβή. Εδώ δημοσιεύονται τα αντίγραφα δύο συμβολαίων σχετικών με την εφημερίδα: το πρώτον είναι αντίγραφον του Ιδρυτικού Συμβολαίου της εφημερίδας των τριών εκδοτών - δημοσιογράφων [9-2-1924] και το δεύτερον είναι αντίγραφον του συμβολαίου της νέας εταιρείας η οποία συστήθηκε στις 19-9-1930, μεταξύ των δύο εταίρων, του Μοδιάνο και του Λεβή, μετά τον θάνατο του Ιεσούα Χουλή, ο οποίος συνέβη στις 20 – 8 - 1930.
Από τους τρεις εκδότες, περισσότερα γνωρίζουμε για την ζωή και την δράση του Σαμ Μοδιάνο. Εδώ νομίζω ότι αρκούν γι’ αυτόν, συνοπτικά, μερικά μόνον στοιχεία: Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1895 και έζησε κυριολεκτικά όλη του την ζωή ως δημοσιογράφος – «δημοσιογράφος γέννημα θρέμμα» θα σημειώσει γι’ αυτόν στην επικεφαλίδα του σχετικού κεφαλαίου στο βιβλίο του, ο υιός του Μάριο Μοδιάνο.  Νέος, το 1916, αρχίζει να εργάζεται στην γαλλόφωνη L’ Opinion και εν συνεχεία ακολουθεί τον Ιεσούα Χουλή και με αυτόν και τον Αβραάμ Λεβή, εκδίδουν το 1924 την Le Progrès την σοβαρότερη εργασία στον χώρο του Τύπου για τον καθένα χωριστά και, φυσικά, και για την ομάδα των τριών τους. Το 1925 αναλαμβάνει  στο δίγλωσσο Εβραϊκό Βήμα το  τμήμα του στην γαλλική γλώσσα, ενώ το ελληνόγλωσσο ανέλαβε ο Ισαάκ Καμπελή.  Παραλλήλως, από το 1938 εργάζεται στο Πρακτορείο Ρώϋτερς, στο οποίο, από τον Οκτώβριο του 1940, έστελνε ανταποκρίσεις για τον πόλεμο στην Αλβανία. Εν τω μεταξύ, ενωρίτερα, το 1933 υποχρεώνεται να επιλέξει την ελληνική υπηκοότητα και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, στις αρχές του 1943, όταν άρχισε η εφαρμογή των αντισημιτικών νόμων στην Θεσσαλονίκη, να  εγκλεισθεί με την οικογένειά του στο γκέο. Θα ζητήσει, και με την συνδρομή του Ιταλικού Προξενείου θα επαναποκτήσει, την προηγούμενη υπηκοότητα του – την Ιταλική. Έτσι, η οικογένεια θα ελευθερωθεί από  το γκέτο και τον Ιούλιο, με ιταλικό στρατιωτικό τραίνο, θα μετακινηθεί στην Αθήνα. Ύστερα από την συνθηκολόγηση των Ιταλών, θα τους κρύψουν και θα τους φυλάξουν οι χριστιανοί φίλοι τους, Νίκος και Έλλη Σανίκου [Δίκαιοι των Εθνών]. Αμέσως μετά τον πόλεμο, επαναλαμβάνεται η συνεργασία του Σαμ Μοδιάνο με  το πρακτορείο Ρώυτερς, η οποία θα διαρκέσει μέχρι την συνταξιοδότησή του, το 1968. Εξακολουθεί να εργάζεται ως δημοσιογράφος- ανταποκριτής της Νταίηλυ Τέλεγκραφ - μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1979 στην Αθήνα.
Ελάχιστα ακριβή στοιχεία γνωρίζουμε για την ζωή του Ιεσούα Χουλή. Η μόνη ασφαλής ημερομηνία είναι αυτή του θανάτου του, στις 20 Αυγούστου 1930. Ο Μ. Κανδυλάκης δίνει την πληροφορία ότι ο Ι. Χουλή πέθανε «σε σχετικά νέα ηλικία, αφού θεωρείται ότι γεννήθηκε στη δεκαετία του 1890», ήταν δηλαδή όταν πέθανε, ίσως, μικρότερος από σαράντα  ετών. Η Νέα Αλήθεια την επομένη του θανάτου του θα γράψει για τον Ιεσούα Χουλή: «...προ των Βαλκανικών πολέμων εισήλθε εις το δημοσιογραφικόν στάδιον...ενώ ταυτοχρόνως εξήσκει και το επάγγελμα του διδασκάλου εις τα ισραηλιτικά σχολεία....Μετά πολυετή συνεργασίαν διαφωνήσας με την Οπινιόν ίδρυσε την Προγκρέ την οποίαν ανήγαγε εις περιωπήν από πάσης απόψεως. Μαχητικώτατος διεξήγαγε πολλούς αγώνας υπέρ των συμφερόντων του ισραηλιτικού στοιχείου, ων δε οπαδός της αφομοιώσεως των Ισραηλιτών μετά των Ελλήνων και συνηγορών πάντοτε υπέρ αυτής εδημιούργησε πολλούς εχθρούς και εν τη Κοινωνία και εν τη Δημοσιογραφία της αντιθέτου παρατάξεως». Είναι ένα κείμενο   καθόλου συμβατικό, γραμμένο από ένα συνάδελφο με εκτίμηση και σεβασμό για τον Χουλή ενώ, ταυτοχρόνως, δείχνει την άποψη ενός καλού γνώστη των πραγμάτων για τις ικανότητες και για όσα κατόρθωσε ο Ιεσούα Χουλή ως συνεκδότης και διευθυντής της Le Progrès . Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίον παρουσιάζει η εφημερίδα Μακεδονία τον θάνατο του Χουλή. Στο φύλλο της 22 Αυγούστου 1930 και στην σελίδα 3, ο Λόεγκριν [Νίκος Φαρδής] γράφει ένα καλό σημείωμα για τον Γιεσούα Χουλή. Αντιγράφω το πρώτο μέρος του κειμένου: «Απέθανεν ο συνάδελφος ιππότης Γιεσούα Χουλή. Όταν μου το ανεκοίνωσαν τηλεφωνικώς δεν ηθέλησα να το πιστεύσω. Εθεωρούσα τον μακαρίτην εφτάψυχον. Επέρασεν από ένα σωρό περιπετείας ο Χουλή. Και πάντοτε κατώρθωνε να βγαίνη σώος και ακέραιος ειρωνευόμενος τους πάντας και τα πάντα. Είχεν ένα ιδικόν του τρόπον ο Χουλή όταν έκαμνεν αστεία εξοργιστικά και όταν παρεσύρετο εις θυμούς φαιδροτάτους.».   Όπως καταλαβαίνετε τέτοιες γραμμές για έναν εβραίο από μίαν εφημερίδα όπως η Μακεδονία και από έναν δημοσιογράφο όπως ο Φαρδής, δεν είναι μία συνηθισμένη κίνηση ακόμα και όταν πρόκειται για την νεκρολογία του αναφερομένου προσώπου. Ακριβώς κάτω από αυτό το σημείωμα και με τον τίτλο «Πένθη» δημοσιεύεται και η ανακοίνωση της Ενώσεως Συντακτών Θεσσαλονίκης για τον θάνατο του Χουλή. «Η Δημοσιογραφική οικογένεια της Θεσσαλονίκης θρηνεί την απώλειαν επιλέκτου μέλους αυτής, του Ιεσούα Χουλή, διευθυντού της γαλλοφώνου  συναδέλφου «Προγκρέ». Ο αείμνηστος, υπόδειγμα καλού συναδέλφου και καλλιτέρου φίλου, περιεβάλλετο από γενικήν αγάπην και είχε κατακτήσει με τας ιδικάς του δυνάμεις την πρώτην σειράν εις την δημοσιογραφικήν παράταξιν…Το Διοικητικόν Συμβούλιον…Αποφασίζει 1)…2) Να παρακολουθήση το Διοικητικόν Συμβούλιον την κηδείαν και να εκφωνήση επικήδειον ο πρόεδρος αυτού 3) Αντί στεφάνου να δοθούν 500 δραχμαί εις το συσσίτιον Ματανώθ Λα Ευηονίμ [Ματανόθ Λαεβιονίμ * Matanoth Laevionim] 4)…Θεσσαλονίκη,  21 Αυγούστου 1930.
 Ο Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή, σύμφωνα με τον Κανδυλάκη, διηύθυνε την εφημερίδα «Λα Βερντάντ». Εκδίδει για μερικές ημέρες την L’Avenir και εν συνεχεία συμμετέχει με τους άλλους δύο στην έκδοση της Le Progrès  την πρώτη περίοδο από το 1924 έως το 1930. Μετά τον θάνατο του Ι. Χουλή συνεχίζει ως συνεκδότης της εφημερίδας μαζί με τον Σαμ Μοδιάνο.  Το καλό κλίμα της μεταξύ των σχέσεως, φαίνεται ότι μετεβλήθη και ο Α. Λεβή άφησε την εφημερίδα στην ιδιοκτησία [και διεύθυνση] του Σαμ Μοδιάνο. Ο ίδιος, ακολούθως, εργάζεται στην «Αξιόν» και στην «Αξιόν – Πρένσα». Ο Ραφαήλ Φρεζής αναφέρει ότι ο Α. Λεβή εργάστηκε ως συντάκτης στη «Λα Βερντάντ» [1920] και επίσης ότι υπήρξε συνεκδότης με τον Γιοσέφ Βιτάλ Άντζελ της επιθεωρήσεως Almanach Israelite [1922]. Ο Φρεζής δίδει επίσης την πληροφορία ότι κατά την διάρκεια της κατοχής ο Α. Λεβή συμμετείχε σε μικρή αλλά αποτελεσματική αντιστασιακή οργάνωση υπό τον δημοσιογράφο Ελιάου (Ηλία) Βεϊσύ, της οποίας τα άλλα μέλη υπήρξαν οι Μεντές Μπεσαντσί, Ζακ Βεντούρα, Α. Μόλχο, Γιομτώβ Γιακοέλ, Ισαάκ Σακκής, και ο Σεμτώβ Αλλαλούφ.    Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι καθ’ όλην αυτήν την περίοδο ο Α. Λεβή εργάζεται παραλλήλως, με επιτυχία, ως δικηγόρος. Στο αρχείο μας υπάρχουν πολλά δικαστικά έγγραφα στα οποία φαίνεται η συχνή νομική παρουσία του Αβραάμ Λεβή κατά την δεκαετία 1930 - 1940. Επίσης στο αρχείο μας υπάρχει σχέδιον εγγράφου με τα ονοματεπώνυμα των διαγραφέντων δικηγόρων εκ του μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης κατά το έτος 1943  «κατόπιν διαταγής της Στρατιωτικής Διοικήσεως»   [πρώτο όνομα αυτό του Γιομτώβ Γιακοέλ], εις το οποίον έγγραφο συμπεριλαμβάνεται και το όνομα του Αβραάμ Λεβή. Με την οικογένειά του, σύζυγο και δύο τέκνα [ένα κορίτσι 20 ετών και ένα αγόρι 15], ακολούθησε τους ομοθρήσκους του στο Άουσβιτς. Από εκεί δεν επέστρεψε κανείς από την οικογένεια. 


                 
  

                   Ι.  [Εταιρεία] Μοδιάνο Χουλή & Σια


                        Αριθμός [Συμβολαίου] 15812

                      Ομόρρυθμος εμπορική εταιρεία

                                  Δραχμαί 30.000


Εν Θεσσαλονίκη σήμερον την εννάτην του μηνός Φεβρουαρίου ημέραν της εβδομάδος Δευτέραν του χιλιοστού εννεακοσιοστού εικοστού τετάρτου έτους εν τω Συμβολαιογραφείω του Ιωάννου Γ. Παρθένη κειμένω εν τη επί της οδού Βενιζέλου αριθ. 23 οικία ιδιοκτησία Ασ. Συμχά ενώπιον εμού του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μηνά Β. Ωρολογά ως αναπληρωτού του επ’ αδεία διατελούντος Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννου Γ. Παρθένη κατοικοεδρεύοντος ενταύθα παρουσία και των γνωστών μοι ενηλίκων μαρτύρων πολιτών Ελλήνων και μη εξαιρετέων Γεωργίου Γρ. Βουγιούκα κτηματίου και Λεωνίδα Νικ. Καπετανάκη αποστράτου ταγματάρχου κατοίκων αμφοτέρων Θεσσαλονίκης ενεφανίσθησαν οι γνωστοί εις εμέ και τους μάρτυρας και μη εξαιρετέοι κ.κ. Σαμουήλ Ηλ. Μοδιάνο 2/ Ιεσούα Δ. Χουλή και 3/ Αβράμ Γ. Λεβή δημοσιογράφοι άπαντες και κάτοικοι Θεσσαλονίκης και συνομολόγησαν τα εξής: 
1) Συνιστώσιν αναμεταξύ των ομόρρυθμον εμπορικήν εταιρείαν υπό την επωνυμίαν «Μοδιάνο, Χουλή και Σια» έδραν έχουσαν την Θεσσαλονίκην και σκοπόν την εκμετάλλευσιν προς ίδιον αυτών λ/σμόν και όφελος μιας εφημερίδος εκδοθησομένης ενταύθα και εις γλώσσαν Γαλλικήν καθ’ εκάστην πρωΐαν από της υπογραφής του παρόντος εταιρικού, υπό το όνομα « Le Progrès / η Πρόοδος»
2/ Διάρκεια της εταιρείας ταύτης ορίζεται δεκαετής αρχομένη από σήμερον και δυναμένη να παραταθή ή διαλυθή εάν προς 1 έτους ειδοποιηθώσιν καταλλήλως οι συμβαλλόμενοι.
3/ Κεφάλαια εις την παρούσαν εταιρείαν κατέθεσεν έκαστος των συνεταίρων ανά δέκα χιλιάδες δραχμών, ήτοι τα κεφάλαια αυτής ανέρχονται εις τριάκοντα χιλιάδας δραχμών εκ των οποίων ο κ. Αβράμ Γ. Λεβή κατέθεσεν εις το Ταμείον της εταιρείας μόνο πέντε χιλιάδας δραχμάς, τας δε υπολοίπους πέντε χιλιάδας θέλει καταβάλη εις το εταιρικόν ταμείον εντός δύο μηνών από σήμερον, παρερχομένης δε της προθεσμίας απράκτου τότε η συμμετοχή αυτού εις τα κέρδη θα εκπίπτη κατά 4% ήτοι ως μνημονεύεται κατωτέρω, θα ελαττούται από 23% εις 19%.
4/ Η διάρκεια [= η διανομή] των κερδών θα γίνεται ως εξής: Ο Ιεσούα Χουλή θα λαμβάνη τα 40% ο Σαμ Μοδιάνο τα 30% και [ο] Αβράμ Λεβή τα 23%, επίσης εκ των κερδών θα χορηγήται έν ποσοστόν εξ 7% υπό μορφήν δωρεάς κατόπιν ειδικής συμφωνίας δι’ ιδιωτικής επιστολής υφισταμένης μεταξύ αυτών προς τον κ. Ουριντέ  Μεντόνσα [= Ούρι ντε Μεντόσα], επί  των κερδών ή των ζημιών της εταιρείας. Όταν δε πραγματοποιηθή εντός δύο μηνών η έκπτωσις της συμμετοχής εις τα κέρδη και τας ζημίας της εταιρείας του Αβράμ Λεβή ως ερρέθη, τα 4% θέλουσιν  διανεμηθή εξ ίσου μεταξύ των άλλων δύο συνεταίρων.
5/  Εάν οι συμβαλλόμενοι ήθελον κρίνει βραδύτερον ως αρμοδίαν την αύξησιν του εταιρικού κεφαλαίου αύτη θα πραγματοποιηθή κατά την αναλογίαν του ενός τρίτου δι’ έκαστον, της συμμετοχής εις τα κέρδη και τας ζημίας παραμενούσης ως ερρέθη,  εν περιπτώσει όμως καθ’ ήν είς εκ των συμβαλλομένων αδυνατούσιν να καταβάλλωσιν [αδυνατεί να καταβάλλη] νέα κεφάλαια, η καταβολή του άλλου ή των άλλων συνεταίρων θα αποτελέση έντοκον κεφάλαιον του τόκου προσδιοριζομένου υπό των τριών συμβαλλομένων η τοιαύτη δε προσθήκη κεφαλαίου θα γίνηται δια νέας Συμβολαιογραφικής πράξεως χωρίς η αύξησις ταύτη των κεφαλαίων να επιρρεάζη την ταξινόμησιν των κερδών και των ζημιών. 
6/ Οφείλουν οι συμβαλλόμενοι να καταβάλωσιν πάσαν προσπάθειαν και να εργάζωνται μετά ζήλου και προθυμίας προς ευόδωσιν του σκοπού της εταιρείας, να διατηρώσιν εις τας εξωτερικάς εργασίας ακέραιον το κύρος της εφημερίδος των, εμποδίζοντες κάθε πράξιν δυναμένην να υποτιμήση την εφημερίδα « Le Progrès» ενώπιον της κοινής γνώμης.
7/ Διευθυντής της παρούσης εταιρείας ορίζεται ο Ιεσσούα Χουλή όστις θα παριστά αυτήν ενώπιον των δικαστηρίων και αρχών, αναλαμβάνει δε εσωτερικήν και εξωτερικήν διαχείρησιν της επιχειρήσεως ερχόμενος εις άμεσον συνάφειαν μετά του προσωπικού, ο Σαμ Μοδιάνο διορίζεται αρχισυντάκτης αυτής υποχρεούμενος όπως παρέχει καθημερινώς προϊόντα εργασίας συντάξεως και γενικής εποπτείας επί της αντιγραφής, τέλος [ο] Αβράμ Λεβή αναλαμβάνει την Γενικήν διαχείρισιν των εργασιών της εταιρείας τη συνεργασία του Ι. Χουλή, [αναλαμβάνει] να προσφέρη εις το ρεπορτάζ και την νυκτερινήν σύνταξιν την βοήθειαν αναλόγως των μέσων άτινα διαθέτη, θα κρατή και το ταμείον της εταιρείας, υποχρεούμενος όπως καταθέτη εις τας Τραπέζας παν χρηματικόν ποσόν υπερβαίνον τας πέντε χιλιάδας δραχμάς επ’ ονόματι της εταιρείας και άτινα θα ανήκουσι τη εταιρεία, η κατάθεσις δε αύτη θα γίνηται εις την Τράπεζαν, ήν κατά προτίμησιν θα εκλέξωσιν οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνει δε επίσης την υποχρέωσιν να παύση από της υπογραφής του παρόντος την έκδοσιν της εφημερίδος «L’ Avenir». Απαγορεύεται ρητώς εις τους συνεταίρους να ενδιαφερθώσιν είτε αμέσως είτε εμμέσως εις πάσαν άλλην καθημερινήν Γαλλικήν εφημερίδα πολιτικής φύσεως.
8/ Τα βιβλία της εταιρείας θα κρατώνται υπό ειδικού υπαλλήλου, δικαιουμένων των συνεταίρων οιανδήποτε στιγμήν θελήσωσι να λάβωσιν γνώσιν αυτών, ο δε ισολογισμός αυτής θέλει συντάσσεσθαι καθ’ εκάστην εξαμηνίαν, ο πρώτος τοιούτος θέλει λάβει χώραν την 30 Ιουνίου ε.έ. 1924.
9/ Δικαιούνται οι συνέταιροι να λαμβάνωσιν εκ του εταιρικού ταμείου μηνιαίας προκαταβολάς αναλόγως των αναγκών των, αλλ’ εκάστη τούτων δεν δύναται να είναι ανωτέρα των χιλίων πεντακοσίων δραχμών, και εφ’ όσον υπάρχουν καθαρά κέρδη και το ταμείον παρουσιάζει πλεόνασμα επιδεχόμενον άμεσον διάθεσιν.
10/ Την εταιρικήν επωνυμίαν θα υπογράφωσιν πάντοτε δύο εκ των συνεταίρων ομού, μόνον αι ούτως υπογραμμέναι πράξεις υποχρεούν την εταιρείαν,  δια κάθε συνεννόησιν συζήτησιν ή και προτάσεις ληφθείσας υφ’ ενός οιουδήποτε των συνεταίρων υποχρεούται τότε μόνον η εταιρεία, όταν ο συμβαλλόμενος εταίρος ενεργεί ως επίσημος πληρεξούσιος της εταιρείας. Υποχρεούται έκαστος των συμβαλλομένων όπως εντός είκοσι τεσσάρων ωρών καταστήση γνωστόν εις τους άλλους συντρόφους του κάθε πρότασιν γενομένην προς αυτούς υπό τρίτων σχετικήν προς την εφημερίδα των, προ εκάστης εργασίας θα απαιτείται η συγκατάθεσις των δύο συνεταίρων του τρίτου όντος υποχρέου να αποδεχθή την απόφασιν άνευ ετέρας συζητήσεως, καθώς επίσης προκειμένου δια το πολιτικόν μέρος της εφημερίδος, θα λαμβάνηται κοινή απόφασις απάντων των συμβαλλομένων, οίτινες είναι υπόχρεοι προς τούτο.
11/  Έκαστος των συμβαλλομένων οφείλει να καταθέτη εις το ταμείον της εταιρείας παντός είδους εισπράξεις προερχομένας εκ της επιχειρήσεως της εφημερίδος, γνωστοποιών εις τους λοιπούς συνεταίρους την προέλευσιν των ποσών.
12/ Εν περιπτώσει θανάτου, όπερ μη γένοιτο, ενός των συμβαλλομένων προ της λήξεως της εταιρείας το ήμισυ της συμμετοχής του θανόντος συμφώνως τω 4ω άρθρω του παρόντος θα παραχωρήται εις τους αμέσους κληρονόμους του (σύζυγον, τέκνα, μητέρα κ.λ.π.) οίτινες κέκτηνται όλων των δια του παρόντος προβλεπομένων δικαιωμάτων, εν περιπτώσει δε καθ’ ήν ο αποβιώσας εταίρος δεν καταλίπει παρά μακρινούς συγγενείς η κατάστασις θα ρυθμισθεί την αυτήν ημέραν του θανάτου του, και το καθαρόν προϊόν του κεφαλαίου και των κερδών του θα καταβληθή εις τους δικαιούχους κληρονόμους είτε εις είδος είτε εις μετρητά αναλόγως της εφορίας [ευφορίας] του ταμείου, και οίτινες κληρονόμοι ουδεμίαν άλλην απαίτησιν προς αποζημίωσιν ετέραν θα έχωσιν εκ του  γεγονότος τούτου. 
13/ Ουδείς των συνεταίρων δικαιούται να αποσυρθή εκ της εταιρείας προ της λήξεως αυτής, εάν δε θέλει αποσυρθή της εταιρείας τότε οφείλει να δηλώση εις τους λοιπούς συνεταίρους του την προς τούτο επιθυμίαν του προ τριών μηνών και δια συστημένης επιστολής, δεν θα του οφείλεται τότε ουδεμία αποζημίωσις και ο κανονισμός των Λ/σμών θα γίνη δια κανονικής εξοφλήσεως ως γίνεται μνεία.
14/ Εν περιπτώσει διαφωνίας των συμβαλλομένων ορίζεται υπ’ αυτών ανά είς διαιτητής και εν διαφωνία αυτών είς επιδιαιτητής ούτινος η απόφασις είναι τελεσίδικος και οριστική απαγορευομένης της εις τα δικαστήρια προσφυγής..
15/ Κατά το δεύτερον εξαμηνιαίον ισολογισμόν εάν δεν προκύψουν εις την εταιρείαν κέρδη, τότε δικαιούται πας τις των συνεταίρων να ζητήση την διάλυσιν της εταιρείας, οπότε θα επακολουθήση κανονικώς η εκκαθάρισις, εάν δε κατά το διάστημα της εκκαθαρίσεως προκύψουν διαφοραί πάλιν θέλουσι καταγάγει [=καταφύγει] εις την διαιτησίαν ως ερρέθη.
16/ Το τυπογραφείον της Le Progrès καθώς και τα υπάρχοντα έπιπλα της εταιρείας ανήκουσιν αποκλειστικώς εις τον Ιεσσούα Χουλή εξαιρέσει εκείνων άτινα θέλουσι αγορασθή δια χρημάτων της εταιρείας του Ι. Χουλή επιφυλασσομένου του δικαιώματος όπως εν καιρώ και όταν αι εργασίαι της εταιρείας το επιτρέψουν να ζητήση ένα μέτριον ενοίκιον από τους λοιπούς συνεταίρους του.
17/ Ο τίτλος της εφημερίδος εξεδόθη επ’ ονόματι του κ. Ι. Χουλή, όστις είναι και κύριος αυτού, από σήμερον όμως και εις το εξής μέχρι λήξεως της εταιρείας θα ανήκει εις την εταιρείαν, κατά την λήξιν δε και επί τη βάσει πλειστηριασμού γενησομένου επί τούτω ο τίτλος θα παραχωρηθή εις τον τελευταίον πλειοδότην, και θα υποχρεούται τότε ο κ. Ι. Χουλή άνευ αντιρρήσεως να υπογράψη το σχετικόν εκχωρητήριον, και ότι εισεπράχθησαν δια τέλη και δικαιώματα δραχμαί 490 άνευ αντιγράφων. Ταύτα συνομολογησάντων και συναποδεξαμένων των συμβαλλομένων συνετάγη προς βεβαίωσιν το παρόν όπερ αναγνωσθέν νομίμως παρ’ όλων και εμού ως έπεται.

Οι μάρτυρες Γ. Βουγιούκας και Λ. Ν. Καπετανάκης 

                                             Οι Συμβαλλόμενοι

                                                Σαμ Μοδιάνο

                                                  Ιεσ. Χουλή

                                           Αβρ. Γιαχιέλ [Λεβή]

                           Ο Συμβολαιογράφος

                              Μ. Β. Ωρολογάς

                     Ότι ακριβές αντίγραφον

          Εν Θεσσαλονίκη τη 28 Απριλίου 1931

            Ο Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης

                          Ι. Παρθένης   







              ΙΙ.   Εφημ. Le Progrès [Εταιρεία Μοδιάνο, Λεβή]

                                           Αριθμός 2618

                                Εταιρικόν δραχμών 5000


Εν Θεσσαλονίκη και εν τω υπ’ αρ. 56 δωματίω της επί της οδού Βενιζέλου οικοδομής της ιδιοκτησίας των αδελφών Μωϋσέως και Άντζελ Καράσσο γνωστής υπό το όνομα «ΣΤΟΑ ΚΑΡΑΣΣΟ» ένθα συμβολαιογραφώ σήμερον την δεκάτην εννάτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού τριακοστού (1930) έτους ημέραν Παρασκευήν, ενώπιον εμού του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θωμά Δημητρίου Γιώβη ή Κωνσταντινίδου ενταύθα κατοικοεδρεύοντος και των γνωστών μοι πολιτών Ελλήνων, ενηλίκων και μη εξαιρετέων μαρτύρων Βασιλείου Ιωάννου Δήμου, ασφαλιστού και Αναστασίου Γεωργίου Τσακίρη, μεσίτου, κατοίκων αμφοτέρων Θεσσαλονίκης, ενεφανίσθησαν οι εμοί τε και τοις μάρτυσι γνωστοί και μη εξαιρετέοι κ.κ. Σαμουήλ Ηλία Μοδιάνο και Αβραάμ Γιαχιέλ Λεβή, αμφότεροι δημοσιογράφοι κάτοικοι Θεσσαλονίκης και συνωμολόγησαν και συναπεδέξαντο τα εξής:
Ότι συνεταιρίζονται μεταξύ των επί τω αποκλειστικώ σκοπώ της δια κοινόν λογαριασμόν και όφελος εκμεταλλεύσεως της ενταύθα εκδιδομένης ημερησίας γαλλοφώνου εφημερίδος υπό το όνομα «ΠΡΟΓΚΡΕ» της ανηκούσης εις αυτούς καθ’ ά εδήλωσαν εκ της διαλύσεως της ενταύθα εταιρίας «Μοδιάνο, Χουλή και Σια» υπό τους ακολούθους όρους και συμφωνίας ήτοι
1) Διάρκεια της εταιρίας ταύτης ωρίσθη δεκαετής αρχομένη από της εικοστής πρώτης Αυγούστου τρέχοντος 1930 έτους .
2) Ως κεφάλαια κατέθεσαν αμφότεροι ομού και εξ ίσου εν όλω δραχμάς πέντε χιλιάδας.
3) Αμφότεροι οι συνεταίροι υποχρεούνται να προσφέρουν εις την εταιρίαν ταύτην την προσωπικήν των εργασίαν και απαγορεύεται εις αυτούς να εργάζωνται εις ξένην Γαλλόφωνον εφημερίδα .
4) Καθήκοντα αρχισυντάκτου και γενικής επιβλέψεως εφ’ όλης της ύλης της εφημερίδος ανατίθενται εις τον Σαμουήλ Μοδιάνο και ταμίου και διαχειριστού ως και υπευθύνου συντάκτου της άνω εφημερίδος εις τον Αβραάμ Λεβή ως μόνον αρμόδιον να αντιπροσωπεύη την εταιρίαν ήτοι την εφημερίδαν αυτής ενώπιον πάσης Διοικητικής, Δικαστικής, Αστυνομικής και άλλης αρχής και εξουσίας εις όλας αυτής τας σχέσεις, έκαστος δε τούτων είναι υπόχρεος καθ’ εκάστην να παρευρίσκεται εις τα Γραφεία της Εφημερίδος των και [να] εργάζεται επί όσας ώρας έκαστος.
5) Παν έγγραφον υποχρεούν την εταιρίαν δια να έχη κύρος δέον να φέρη την υπογραφήν αμφοτέρων ομού και ουχί εκάστου αυτών χωριστά.   
6) Εις τα κέρδη ή ζημίας θέλουν συμμετάσχη εξ ίσου οι συνεταίροι.
7) Κατ’ έτος θα γίνεται ισολογισμός καθ’ όν τα μεν είκοσι εκατοστά των κερδών θα παραμείνουν  εις το εταιρικόν Ταμείον προς σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου, τα δε λοιπά θα διανέμονται μεταξύ των.
8) Έκαστος θα δικαιούται μηνιαίων απολήψεων, ών το ποσόν θα κανονίζεται φιλικώς μεταξύ των.
9) Ουδείς των συνεταίρων δικαιούται μονομερώς να δέχεται προτάσεις εργασιών και αναλήψεως υποχρεώσεων δια λογαριασμόν της εταιρίας των εάν δεν έχη προς τούτο την εξουσιοδότησιν του συνεταίρου του.
10)     Πάσα έκτακτος πρόσοδος ως και η τακτική τοιαύτη ανήκουν εις την εταιρίαν ταύτην παρ’ οιουδήποτε και αν ήθελε εισπραχθή.
11)     Η εταιρία αύτη δύναται να διαλυθή και προ της λήξεως της διαρκείας της εάν το τοιούτον ήθελε ζητήση τις των συνεταίρων έξ μήνας πρότερον.
12)Η πολιτική κατεύθυνσις και τακτική της εν λόγω Εφημερίδος κανονίζεται πάντοτε παρ’ αμφοτέρων ομού των συνεταίρων.
13)     Πάσα διαφορά μεταξύ των συνεταίρων εκ της εταιρικής ταύτης σχέσεως πηγάζουσα ως και πάσα διαφορά προερχομένη εκ του προηγουμένου 12ου άρθρου του παρόντος θα λύεται διαιτητικώς και προς τούτο διορίζουν ως διαιτητάς των τους κ. Αλβέρτον Μόλχο ασφαλιστήν και Μωΰς Μπενβενίστε τραπεζίτην κατοίκους Θεσσαλονίκης, ών την απόφασιν οφείλουν να δεχθούν αποκλειομένου παντός ενδίκου μέσου. Εν περιπτώσει όμως διαφωνίας των ιδιοκτητών [=διαιτητών] διορίζεται από τούδε ως επιδιαιτητής ο Ιωσήφ Ναχαμά τραπεζίτης κάτοικος Θεσσαλονίκης, ούτινος η απόφασις είναι αμετάκλητος και σεβαστή και
14)     Ληγούσης ή λυομένης της εταιρίας θα γίνη ο γενικός ισολογισμός και η διανομή της εταιρικής περιουσίας μεταξύ των οποίων είναι και ο τίτλος της Εφημερίδος, όστις ως αδιαίρετος θα εκτεθή μεταξύ των συνεταίρων εις πλειοδοσίαν και ο προσφέρων τα περισσότερα καθίσταται μόνος κύριος και κάτοχος αυτού, υπόχρεος να αποζημιώση τον άλλον αμέσως εις μετρητά. Εισεπράχθησαν δραχμαί 77/50/00 δια δικαιώματα και τέλη. Ταύτα συνομολογησάντων και συναποδεξαμένων των συμβαλλομένων, γέγονε το παρόν όπερ αναγνωσθέν νομίμως και βεβαιωθέν υπογράφεται ως έπεται.

 Οι Μάρτυρες                                                     
Βασίλ. Δήμου                                                         
Αναστ. Τσακίρης  
                                                  
 Οι Συμβαλλόμενοι
Σαμ. Μοδιάνο
Αβράμ Λεβής

Ο Συμβολαιογράφος

Θ. Α. Κωνσταντινίδης (Γιόβης)

Ακριβές αντίγραφον
Εν Θεσσαλονίκη τη 8η Νοεμβρίου 1930 





Επίμετρο Α.

  

Από την δημοσίευση του Ιδρυτικού Συμβολαίου [από αντίγραφον της 28ης Απριλίου 1931] προκύπτουν τα παρακάτω:
α) Αποσαφηνίζεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας «Μοδιάνο, Χουλή & Σια», αναφέρονται δηλαδή οι τρεις εκδότες - ιδιοκτήτες της Le Progrès και διευκρινίζεται η θέση και οι υποχρεώσεις του κάθε ενός συνεταίρου – δημοσιογράφου στην εφημερίδα της εταιρίας. Ιδιοκτήτες είναι οι: Σαμουήλ [Σαμ] Ηλ. [Ελί] Μοδιάνο, Ιεσούα Δ. Χουλή και Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή. Η επωνυμία της εταιρείας «Μοδιάνο, Χουλή & Σια», άφηνε μέχρι σήμερα, στους περισσοτέρους, άγνωστη την εταιρική παρουσία του τρίτου ιδιοκτήτη, του Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή.   Στο άρθρο 7  περιγράφονται και καθορίζονται οι υποχρεώσεις του καθ’ ενός συνεταίρου. Διευθυντής ορίζεται ο Ιεσούα Χουλή, ο οποίος θα εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον των αρχών και θα έρχεται σε άμεση συνάφεια με το προσωπικό της εφημερίδας. Είναι χαρακτηριστική η φράση του συμβολαίου, η οποία αναφέρεται στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του Ι. Χουλή: «αναλαμβάνει την εσωτερικήν και εξωτερικήν διαχείρησιν της επιχειρήσεως». Ο Σαμ Μοδιάνο διορίζεται αρχισυντάκτης της εφημερίδας με ευρεία αρμοδιότητα στην σύνταξη των άρθρων και στον έλεγχο όλων των κειμένων της Le Progrès. Ο Αβραάμ Λεβή, τέλος, έχει την ευθύνη της Γενικής διαχειρίσεως της εταιρείας [“τη συνεργασία του Ι. Χουλή”] και ταυτοχρόνως, ως δημοσιογράφος, πρέπει να προσφέρει στο ρεπορτάζ και στην νυκτερινή σύνταξη. Επί πλέον θα κρατεί το ταμείον της εταιρείας, επομένως θα έχει την ευθύνη ενός ευαισθήτου και κρισίμου χώρου: του οικονομικού τομέως της Εταιρείας.
Ο Μάριο Μοδιάνο, υιός του Σαμ και καλός δημοσιογράφος ο ίδιος, στο βιβλίο του σημειώνει, λανθασμένα, ως έτος εκδόσεως της εφημερίδας το 1923 και αναφέρει εκδότες τον πατέρα του, Σαμ Μοδιάνο και τον «Avram Houly» - κάνει ένα συμπαθητικό «λάθος» συνδέοντας το μικρό όνομα του Λεβή, Αβραάμ και το επίθετο του Ιεσούα, Χουλή. Σε αυτό το απίστευτο βιβλίο σημειώνει την γνώμη του, γνώμη δημοσιογράφου για τον πατέρα του, δημοσιογράφο επίσης – την οποία και αντιγράφω:  “If modesty did not restrain me, I would say that he was a damn good journalist, with a hound’s instinct” – Εάν δεν με περιόριζε η μετριοφροσύνη, θα έλεγα ότι ήταν ένας πολύ καλός δημοσιογράφος, με το ένστικτο ενός λαγωνικού».
 Ο Μ. Κανδυλάκης αναφέρει ως ιδρυτές τους Ι. Χουλή και Σαμ Μοδιάνο, δεν παρουσιάζει δηλαδή τον τρίτο ιδρυτή και συνεταίρο Αβραάμ Λεβή. Αλλά και όταν αργότερα, μετά τον θάνατο του Ι. Χουλή, αναφέρεται στους δύο εναπομείναντες συνεταίρους σημειώνει Αλβ. [=Αλβέρτος], το μικρό όνομα του Λεβή και τον θεωρεί άλλον από τον Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή, ενώ πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Πρέπει και οι δύο άλλες αναφορές του Μ. Κανδυλάκη στον δημοσιογράφο «Α. Λεβή», να αναφέρονται και αυτές στον Αβραάμ Γιαχέλ Λεβή. Η μία αφορά στην υπόθεση της διαγραφής των τεσσάρων Ισραηλιτών δημοσιογράφων από την Ένωση Συντακτών και η άλλη στους δημοσιογράφους οι οποίοι εργάσθηκαν στην βραχύβια εφημερίδα «Αξιόν-Πρένσα». Την άποψη ότι ο Αβραάμ  και ο Αλβέρτος  Λεβή είναι το ίδιο πρόσωπο, παρ’ ότι και τα δύο κύρια ονόματα είναι πολύ κοινά στους εβραίους της Θεσσαλονίκης, ενισχύει το γεγονός ότι το δεύτερο όνομα, το γαλλικό Αλβέρτος, αντιστοιχεί σταθερά σε όσους επιλέγουν και δεύτερο όνομα - λόγω της  επιρροής της Alliance  - στο πρώτο όνομα,  το εβραϊκό Αβραάμ. Ο Ρ. Φρεζής αναφέρει ως ιδρυτή τον Αβραάμ Λεβή και διευθυντή τον Ιεσούα Χουλή και ως έτος εκδόσεως της Le Progrès αναφέρει το 1917.     
Ο Σολομών Ρουμπέν – Μορδεχάϊ  στο κείμενό του «Ο Εβραϊκός Τύπος στη Θεσσαλονίκη και γενικώτερα στην Ελλάδα», δημοσιευμένο στο περιοδικό Χρονικά, τεύχος 10, Ιούνιος 1978 - Παράρτημα Νο 1, σημειώνει για την Le Progrès: «Η εφημερίδα Le Progrès που εκδίδεται για πολλά χρόνια, έχει καθαρά πληροφοριακούς σκοπούς. Ιδιοκτήτης της είναι ο δικηγόρος Αβραάμ Λεβί και συντάκτης της ο Σαμ Μοντιάνο ο οποίος εργάστηκε πολλά χρόνια σαν ανταποκριτής του Πρακτορείου Ρώϋτερ στην Ελλάδα. Η εφημερίδα αυτή έχει περισσότερο εμπορικούς σκοπούς και κρατά γενικά μια ουδέτερη στάση απέναντι στο Σιωνιστικό κίνημα και τις διάφορες ιδέες που εκάστοτε υιοθετεί η Κοινότητα.».  
Από τα κείμενα, τα οποία είδα μέχρι σήμερα, οι Κωνσταντίνος Σεχίδης & Ιωάννης Σκούρτης σε εκτεταμένη υποσημείωση για την Le Progrès στο άρθρο τους « Το μεταναστευτικό ρεύμα θεσσαλονικέων Εβραίων μετά το 1929», δίνουν και τα τρία ονόματα των συνιδρυτών δημοσιογράφων. Θεωρούν, όμως, ιδρυτή μόνον τον Ι. Χουλή και τον ίδιο, μαζί με τους άλλους δύο, συνδιευθυντές. Δηλαδή ένας ιδρυτής και τρεις συνδιευθυντές. Από το Συμβόλαιο προκύπτει ότι υπάρχουν τρεις συνιδρυτές – συνεκδότες και ένας διευθυντής, ο Ιεσούα Χουλή. Και αυτό φαίνεται περισσότερον λογικό, προκειμένου να λειτουργήσει ομαλά η εφημερίδα. Στην ίδια υποσημείωση οι συγγραφείς θεωρούν ότι ο Ι. Χουλή «κατάφερε να γίνει» η ψυχή της εφημερίδας. Άλλοι [όπως ο Μ. Κανδυλάκης] θεωρούν ότι ψυχή της εφημερίδας ήταν ο Σαμ Μοδιάνο. Εάν ο Χουλή ήταν «η ψυχή» της Le Progrès τότε μετά τον θάνατό του, όπως συμβαίνει με όλα τα έντυπα σε τέτοιες περιπτώσεις, η εφημερίδα θα φυλλορροούσε και θα έκλεινε. Η εφημερίδα όμως έζησε ακόμα δέκα χρόνια, μέχρι τους Γερμανούς. Σημειώνεται, επιπλέον, ότι στο δεύτερο Συμβόλαιο μεταξύ των Σ. Μοδιάνο και Α. Λεβή, το οποίον επίσης δημοσιεύεται παραπάνω, δεν ορίζεται,  ο ένας από τους δύο, ως διευθυντής. Ο Σαμ Μοδιάνο παραμένει αρχισυντάκτης και προσέτι έχει την «γενικήν επίβλεψιν» της ύλης, έχει δηλαδή την ίδια νευραλγική θέση την οποία είχε και με το πρώτο Συμβόλαιο, τα προηγούμενα χρόνια. Ο Αβραάμ Λεβή κρατεί, επίσης, την ευθύνη και τις υποχρεώσεις τις οποίες είχε και προηγουμένως  αλλά σε αυτές προστίθενται τώρα και εκείνες, τις οποίες εκάλυπτε εις το παρελθόν η παρουσία του Διευθυντή Ιεσούα Χουλή: ο Α. Λεβή σε αυτή την δεύτερη περίοδο, εκτός των άλλων,  θα εκπροσωπεί την εταιρεία ενώπιον κάθε Αρχής. Πάντως διευθυντής δεν ορίζεται  και αυτό σημαίνει ότι οι εκδότες μπορούσαν να συναποφασίζουν και να συμπράττουν, ούτως ώστε να εκδίδεται καθημερινώς φύλλο εφημερίδας ικανοποιητικό και για τους δύο. Ενδεικτική της σχέσεως των συνεταίρων, αυτό το διάστημα, είναι η φράση «… θα κανονίζεται φιλικώς μεταξύ των»,  στο άρθρο 8 του δευτέρου Συμβολαίου, η οποία αναφέρεται στο ύψος των μηνιαίων χρηματικών αναλήψεων που δύναται να λαμβάνει ο καθένας από το ταμείο της εφημερίδας. 
β) Επιβεβαιώνεται η κυκλοφορία της γαλλόφωνης εφημερίδας L’ Avenir. Ο M. Κανδυλάκης στο εξαιρετικό βιβλίο του Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης, στον τόμο Γ’ και στο κεφάλαιο  «Γαλλόγλωσσες [εφημερίδες]», αναφέρεται και «σε μία άλλη γαλλόφωνη εφημερίδα», την ”L’ Avenir”, η οποία είχε διαφημιστεί  και  είχε εξαγγελθεί, στην «Νέα Αλήθεια»,  ότι θα κυκλοφορήσει στις 13 Ιανουαρίου 1924. Σημειώνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, αν τελικώς εκδόθηκε η εφημερίδα, ποιοι ήτανε οι συντελεστές της επιχειρήσεως και για πόσο διάστημα κυκλοφόρησε. Όπως φαίνεται από το ίδιον άρθρον 7 του παραπάνω Συμβολαίου, η εφημερίδα L’ Avenir κυκλοφόρησε  και ανήκε στον Αβραάμ Λεβή, έναν εκ των τριών συνεταίρων της Le Progrès. Η κυκλοφορία της διήρκησε μερικές ημέρες καθώς, σύμφωνα με την συμφωνία των τριών, έπρεπε να σταματήσει η έκδοσή της μετά την 9ην Φεβρουαρίου – ημέρα συντάξεως και υπογραφής του Ιδρυτικού Συμβολαίου της Le Progrès
γ) Δημιουργείται ερωτηματικό σχετικά με την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας της νέας εφημερίδας. Ο Μανώλης Κανδυλάκης, γράφει σχετικά: «Στο μέσον Δεκεμβρίου του 1923 δημοσιεύτηκε η πρώτη αναγγελία για την επικείμενη έκδοση της» και συνεχίζει «ένα μήνα αργότερα δημοσιεύτηκαν συγκεκριμένες αναφορές [στις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης] ότι η «Λε Προγκρέ» [=Le Progrès] θα κυκλοφορήσει στις 24 Ιανουαρίου 1924».
Πράγματι, η εφημερίδα Μακεδονία στο φύλλο της 23ης Ιανουαρίου 1924 δημοσιεύει την παρακάτω ευχετήριον αγγελία: «Αύριον εκδίδεται και κυκλοφορεί εις την πόλιν μας το πρώτον φύλλον της νέας γαλλοφώνου συναδέλφου “Προγκρέ”. Η εμφάνισίς της είναι τελεία και υπό σχήμα νέον εξασέλιδον. Εις την νέαν συνάδελφον ευχόμεθα μακράν ζωήν και λαμπράν επιτυχίαν.». Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει κατ’ αρχήν πλήρως τον Κανδυλάκη. Όμως από το αντίγραφον του Ιδρυτικού Συμβολαίου προκύπτει ότι η εφημερίδα δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1924. . Επομένως, όσον αφορά την ημερομηνία εκδόσεως της εφημερίδας, μπορεί να συνέβη μία εκ των δύο παρακάτω περιπτώσεων: α). Παρ’ ότι στην Μακεδονία αναφέρεται ως βεβαία ημερομηνία εκδόσεως αυτή της 24ης Ιανουαρίου για κάποιους λόγους, κυριολεκτικά της τελευταίας στιγμής, η εφημερίδα κυκλοφόρησε αμέσως μετά την 9η Φεβρουαρίου 1924.  β)  Η εφημερίδα κυκλοφόρησε στις 24 Ιανουαρίου αλλά το συμβόλαιο έγινε, αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου και για λόγους τεχνικής ορολογίας του εγγράφου χρησιμοποιείται η λέξη «εκδοθησομένη» για την εφημερίδα, η οποία ήδη κυκλοφορεί από τις 24 Ιανουαρίου. Η αβεβαιότητα εις ότι αφορά τον ακριβή καθορισμό της πρώτης ημέρας κυκλοφορίας μίας τόσο μεγάλης εφημερίδας αλλά και οι παρουσιάσεις διαφορετικών προσώπων ως εκδοτών της καθώς και η συγκεκριμένη θέση του καθενός αναφερομένου  στην λειτουργία της Le Progrès είναι κάτι συνηθισμένο στην μελέτη όλων των εφημερίδων της περιόδου και οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός ότι μεγάλες καταστροφές αφάνισαν κυριολεκτικά ή επέφεραν σημαντικές ζημίες σε πλήθος εντύπων τα οποία εξεδόθησαν στο διάστημα από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος έως και το τέλος της τετάρτης δεκαετίας του 20ου αιώνος. Σε αυτούς τους «ιστορικούς» λόγους καταστροφών είναι απαραίτητο να προσθέσουμε και έναν ακόμη, ο οποίος συνίσταται στο γεγονός ότι, έως πριν από λίγα χρόνια, ο τρόπος χειρισμού των εντύπων και στον ιδιωτικό αλλά, δυστυχώς, και στον δημόσιο χώρο δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Εφημερίδες, βιβλία και κάθε είδους έντυπα υπέστησαν μικρότερες ή μεγαλύτερες απώλειες ή και καταστροφές με αποτέλεσμα, σήμερα,  να είναι δύσκολο να έχουμε πλήρη και σαφή εικόνα για τις εκδόσεις αυτών των εντύπων.  
δ) Από τους εκδότες, ο Ι. Χουλή μέχρι τον Δεκέμβριο του 1923 συμμετείχε στην έκδοση της LOpinion, από την οποία αποχώρησε, επειδή διεφώνησε με τον συνιδιοκτήτη Αντουάν Ρουμπέν και, μάλιστα, την αποζημίωση την οποία του επεδίκασε το Δικαστήριο και έλαβε από την εφημερίδα, διένειμε σε 8 εβραϊκά και χριστιανικά φιλανθρωπικά ιδρύματα  της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο διάστημα, ο τρίτος των εκδοτών - ο Αβραάμ Λεβή - ετοιμάζει και εκδίδει την εφημερίδα του,  την L’ Αvenir, τον Ιανουάριο του 1924. Αυτά σημαίνουν ότι οι συζητήσεις και η συμφωνία των τριών, έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα πριν να εκδοθεί η Le Progrès, ενώ παραλλήλως συνέβαιναν, για τους δύο τουλάχιστον από τους τρεις που γνωρίζουμε, σημαντικές προσωπικές εξελίξεις στον χώρο του τύπου. Αλλά παρ’ όλη την κατάσταση του επείγοντος στην προετοιμασία, η Le Progrès ευτύχησε να εκδίδεται κατ’ αρχήν με τους τρεις έως τον Αύγουστο του 1930, επτά χρόνια. Εν συνεχεία συνέχισε με τους δύο, ίσως, έως το 1933 και, τέλος, με τον Σαμ Μοδιάνο από το 1933 έως το 1941, διάρκεια, σε αυτές τις δύο τελευταίες περιόδους, περισσότερο από δέκα χρόνια. Συνολικά δηλαδή η Le Progrès συμπλήρωσε 17 χρόνια ζωής και έγινε μία από τις μακροβιότερες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι όλα [και όλοι] δείχνουν πως την πρωτοβουλία της εκδόσεως της εφημερίδας είχε ασφαλώς ο Ιεσούα Χουλή. Αυτόν μόνον γράφει ως ιδρυτή [Fondateur] στα φύλλα της εφημερίδας ο Σαμ Μοδιάνο, όταν μετά την αποχώρηση(;) του Αβραάμ Λεβή, μένει ο ίδιος μόνος ιδιοκτήτης. Τότε,  σημειώνεται στην ταυτότητα της εφημερίδας και το όνομα του Σαμ Μοδιάνο ως διευθυντή [π.χ. φύλλο No 3773, Mardi 10 Septembre 1935].     
ε) Όπως φαίνεται από το άρθρον 10 προκειμένου για το σοβαρότερο θέμα μιας εφημερίδας, «το πολιτικόν μέρος της», προκύπτει ότι αυτό δεν προσδιορίζεται από μία συγκεκριμένη αρχή ούτε καν ορίζεται, τουλάχιστον, ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα κινηθεί η πολιτική του εντύπου. Σημειώνεται απλώς, ότι οι τρεις θα αποφασίζουν από κοινού για την πολιτική της εφημερίδας και θα είναι υποχρεωμένοι να τηρούν την κοινή απόφαση, στην διαμόρφωση της πολιτικής του εντύπου. Αυτό δεν μπορεί παρά να σημαίνει, ότι ο καθένας από τους συνεταίρους γνώριζε πολύ καλά τις απόψεις των άλλων δύο, σχετικά με τα βασικά ζητήματα της Κοινότητος αλλά και της χώρας γενικότερα, και συμφωνούσε με αυτές τις θέσεις. Επί πλέον οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των τριών ανδρών [και αργότερα μεταξύ των δύο] ήταν ή έγιναν τέτοιες, ώστε κατέστη δυνατή η συνεργασία σε έναν χώρο με καθημερινές και, ενίοτε, έντονες προκλήσεις. Χρησιμοποιώντας μία σημαντική για την περίοδο διάκριση, αυτήν μεταξύ των σιωνιστών και των αφομοιωτικών, η Le Progrès υποστήριξε σθεναρά την στάση των αφομοιωτικών εκφράζοντας, όπως είναι φυσικό, και τις ταυτόσημες ή συγκλίνουσες επί του θέματος απόψεις του καθενός από τους τρεις συνεκδότες.   
στ) Είναι  αποδεκτό από όλους  ότι ο Σαμ Μοδιάνο είχε αναλάβει να δημιουργεί και να διαμορφώνει την ύλη της εφημερίδας, ούτως ώστε να κυκλοφορεί καθημερινά ένα έντυπο υψηλής στάθμης, ικανό  αφενός  να εκφράζει τις απόψεις των εκδοτών για τα καθημερινά τοπικά συμβάντα ή τα γενικά γεγονότα της χώρας και αφ’ ετέρου να προσελκύει και να διατηρεί  το ενδιαφέρον των γαλλοφώνων –κυρίως εβραίων - συμπολιτών τους. Είναι καλόν, ότι την ικανότητα του Σαμ Μοδιάνο να δημιουργήσει ένα τέτοιο έντυπο, αναγνώρισαν από την αρχή οι άλλοι δύο συνεκδότες – δημοσιογράφοι και του επέτρεψαν, απερίσπαστος, να το πράξει . Όπως φαίνεται από τα άρθρα 7 και 4 των δύο Συμβολαίων, ο Σαμ Μοδιάνο ορίζεται αρχισυντάκτης και συγχρόνως  είναι αυτός, ο οποίος επιβλέπει όλη την ύλη. Ό,τι άλλο έχει να κάνει με την λειτουργία της εταιρείας το αναλαμβάνουν οι άλλοι δύο συνεταίροι είτε από κοινού  είτε ο καθένας χωριστά, αναλόγως με τις ικανότητες τους στα επί μέρους θέματα.
Στο In Memoriam [1948], πολύ κοντά στα γεγονότα, ο Μίκαελ Μόλχο σημειώνει: “Τη «Προγκρέ», συνέτασσε, σχεδόν αποκλειστικά, ο Σαμ. Μοδιάνο, γεννημένος δημοσιογράφος με μεγάλην επαγγελματική πείρα.”. Αλλά και αργότερα, για το ίδιο θέμα,  ένας άλλος καλός γνώστης των θεμάτων του εβραϊσμού της Θεσσαλονίκης διαχρονικά, ο συγγραφέας Αλμπέρτος Ναρ, στο άρθρο του «Ο εβραϊκός Τύπος», δημοσιευμένο στο αφιέρωμα της Καθημερινής «Ιστορία του Τύπου της Θεσσαλονίκης» [Επτά Ημέρες, 26/2/1995], θα γράψει για την Le Progrès: «και η γαλλόφωνη Προγκρέ (Πρόοδος) του Σαμ Μοδιάνο». Ακόμη και τα επίσημα Χρονικά στο τεύχος 22 του Σεπτεμβρίου 1979 και στην σελίδα την οποία αφιερώνουν στην είδηση του θανάτου του Σαμ Μοδιάνο, σημειώνουν ανακριβώς: «Ηταν ιδιοκτήτης, διευθυντής και αρθρογράφος της γαλλόφωνης εφημερίδας της Θεσσαλονίκης “Le Progrès…“.  Είναι αλήθεια ότι, για πολλούς λόγους, από τους τρεις εκδότες ο Σαμ Μοδιάνο είναι αυτός ο οποίος συνδέθηκε στενά – ταυτίστηκε καλύτερα - με την Le Progrès, και αυτό μάλλον το ήθελε [=το επεδίωξε(;)] και ο ίδιος, αλλά και οι δικοί του άνθρωποι, κυρίως ο υιός του, Μάριο Μοδιάνο. Ακόμη και στο σημείωμα της The Jewish Voice της 5 Δεκεμβρίου 2012  - με την είδηση του θανάτου του Μάριο Μοδιάνο - το τρίτον σχεδόν του κειμένου αναφέρεται στον πατέρα, Σαμ Μοδιάνο, και στην Le Progrès της Θεσσαλονίκης.   
Όμως δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς το γεγονός ότι ο Ιεσούα Χουλή πριν από την συμμετοχή του στην Le Progrès και πριν αναλάβει την διεύθυνσή της,  συμμετείχε επιτυχώς, ως συνεκδότης, στην εφημερίδα L’ Opinion.  Εξ άλλου στο όνομά του είχε εκδοθεί ο τίτλος της εφημερίδας, ο οποίος μετά την υπογραφή του ιδρυτικού συμβολαίου θα ανήκει στην εταιρεία, και σε αυτόν επίσης ανήκουν το τυπογραφείο εις το οποίον θα εκδίδεται η νέα εφημερίδα, καθώς και ο εξοπλισμός του γραφείου της.  Αλλά και ο Αβραάμ Λεβή, κλείνει την δική του – προσωπική - εφημερίδα, προκειμένου να συμμετάσχει  με τους άλλους δύο στο νέο εγχείρημα, ενώ είχε και ο ίδιος πολύ καλή παρουσία μέχρι τότε ως δημοσιογράφος στον τύπο της πόλεως. Επομένως, νομίζω, ότι η έκδοση της Le Progrès συνέβη σε μία εξαιρετικά ευνοϊκή για το γεγονός συγκυρία: τρεις ισχυρές προσωπικότητες συμπράττουν στην εταιρεία, ο καθένας χωριστά διαθέτει τις απαραίτητες ικανότητες του εκδότη – δημοσιογράφου,  ενώ και οι τρεις δείχνουν την απαιτούμενη  ωριμότητα, προκειμένου να συνεργασθούν αποτελεσματικά για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Επειδή, στην τελική διαμόρφωση της ύλης της εφημερίδας, τον κύριο λόγο είχε ο Σαμ Μοδιάνο και μόνον γι’ αυτό, θεωρώ ότι υπήρξε πρώτος μεταξύ ίσων. 
ζ) Με την δημοσίευση του Ιδρυτικού Συμβολαίου δημιουργούνται και παραμένουν δύο, τουλάχιστον, εκκρεμότητες: η πρώτη αναφέρεται στον τρόπο διανομής των [μελλοντικών] κερδών της εταιρείας. Οι τρεις τους καταθέτουν το ίδιο ποσόν για την ίδρυση της εταιρείας, αλλά η διανομή των κερδών θα είναι: Ιεσούα Χουλή 40%, Σαμ Μοδιάνο 30% και Αβραάμ Λεβή 23%, ο τελευταίος εφ’ όσον δυνηθεί εντός διμήνου να καταθέσει στο εταιρικό ταμείο το υπόλοιπον ποσόν της συμμετοχής του, τις 5.000 δραχμές. Επομένως ο Ι. Χουλή θα λαμβάνει 10% περισσότερα από τον Σάμ Μοδιάνο και σχεδόν διπλάσιο ποσόν από τον Α. Λεβή. Αυτά τα ποσοστά κέρδους, μάλιστα, θα παραμείνουν ίδια για τον καθένα συνεταίρο καθ’ όλη την διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας, η οποία ορίζεται, κατ’ αρχήν, δεκαετής. Η διαφορά στα ποσοστά δεν φαίνεται να έχει σχέση με το γεγονός, ότι οι εγκαταστάσεις του τυπογραφείου ανήκουν στον Ι. Χουλή, καθώς αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 16, μένει να ρυθμισθεί στο μέλλον – «εν καιρώ». Τότε θα έχει δικαίωμα να «ζητήση ένα μέτριον ενοίκιον από τους λοιπούς συνεταίρους του». Επί πλέον εάν είχε σχέση, τότε θα έπρεπε να δηλωθεί στο Συμβόλαιο και, σε αυτή την περίπτωση, οι άλλοι δύο θα είχαν το ίδιο ποσοστό επί των μελλοντικών κερδών – τώρα όμως έχουν διαφορετικά ποσοστά μεταξύ των. Μένει κάτι το οποίον μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο και συνάμα καλόν, εάν πράγματι αυτό συνέβη, και εάν αυτό ρύθμισε τα ποσοστά των πιθανών κερδών. Να συναποφάσισαν οι τρεις τους δηλαδή, ότι πρέπει να λάβουν υπόψη τους: την συνολική παρουσία του καθενός στην εφημερίδα με ό,τι αυτό σημαίνει, τον τρόπο της συμμετοχής στην  καθημερινή εργασία, τον χρόνο, τον οποίον θα διαθέτει ο καθένας στην εφημερίδα και, τέλος, την αποκλειστική ή όχι σχέση του καθενός με το έντυπο - όλα αυτά να τα συνυπολόγισαν και να κατέληξαν, ότι η διανομή των μελλοντικών κερδών είναι δίκαιον για τον καθένα από τους τρεις να προϋπολογιστεί με τα συγκεκριμένα ποσοστά. Σε αυτή την περίπτωση εξηγείται και το σημαντικώς  χαμηλότερο ποσοστό του Αβραάμ Λεβή, καθώς σε όλο το διάστημα κυκλοφορίας της Le Progrès αυτός, παραλλήλως, συνέχιζε να ασκεί με επιτυχία και το επάγγελμα του δικηγόρου. Η δεύτερη εκκρεμότητα αναφέρεται στην «πλάγια» παρουσία, μόνον στην διανομή των κερδών, του προσώπου του «Ουριντέ Μεντόνσα [Ούρι ντε Μεντόνσα]». Σύμφωνα με το άρθρο 4 οι τρεις συνεταίροι θα μοιράζονται το 93% των κερδών της επιχειρήσεως και το υπόλοιπον 7% «θα χορηγήται υπό μορφήν δωρεάς …προς τον κ. Ουριντέ Μεντόνσα». Σημειώνεται ότι το όνομα του Ούρι ντε Μεντόνσα δεν αναφέρεται στο δεύτερο συμβόλαιο της εταιρείας Μοδιάνο - Λεβή το έτος 1930. Το ποσοστό επί των κερδών, το οποίον θα λαμβάνει ο Μεντόνσα χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία στην εφημερίδα είναι εξαιρετικά υψηλό, είναι περίπου το τρίτον του ποσοστού το οποίον θα λαμβάνει ο Α. Λεβή κανονικός συνεταίρος και εργαζόμενος καθημερινά στην εφημερίδα. Το ποσόν επομένως θα δίδεται, πιθανόν, για όσα σημαντικά έπραξε ο Ούρι ντε Μεντόνσα πριν και  προκειμένου να κυκλοφορήσει η εφημερίδα. Στο δίτομο συλλογικό έργο Memory of Saloniki. The Greatness and Destruction of Jerusalem of the Balkans, Tel Aviv, 1972 (Vol. I) και 1986 (Vol. II) υπάρχουν δύο άρθρα του Dr. Uriel de Medonsa: 1. Jewish Doctors in Saloniki  και 2.”Pro – Israel” Impressions and  Evaluations of a Large Zionist Newspaper. Δεν μπόρεσα να μάθω αν ο συγγραφέας τους έχει κάποια σχέση με τον συνονόματο του,  τον αναφερόμενο στο πρώτο συμβόλαιο της Le Progrès.  


Επίμετρο Β.


Το 1930, δυστυχώς συνέβη αυτό που  απεύχονται [«όπερ μη γένοιτο»] οι συνεταίροι στο άρθρο 12 του Ιδρυτικού Συμβολαίου. Στις 20 Αυγούστου πέθανε ο Ιεσούα Χουλή. Οι δύο εναπομείναντες συνεκδότες – δημοσιογράφοι, ο Σαμουήλ Ηλία Μοδιάνο και ο Αβράμ Γιαχέλ Λεβή, συνυπογράφουν  στις 9 Σεπτεμβρίου 1930  το υπ’ αριθμόν 2618 Εταιρικόν [Συμβόλαιον] δραχμών 5000. Στο νέο συμβόλαιο αλλάζει ο τρόπος διανομής των ετησίων κερδών: το 20% θα παραμένει στο ταμείο προς σχηματισμόν αποθεματικού κεφαλαίου και το υπόλοιπον «θα διανέμεται [=μοιράζεται] μεταξύ των». Επίσης το μηνιαίο ποσό το οποίον μπορεί να πάρει ο καθένας τους από το ταμείο με το νέο συμβόλαιο δεν ορίζεται, αλλά  «θα κανονίζεται φιλικώς μεταξύ των».
Στο νέο συμβόλαιο ορίζονται ως διαιτητές δύο έγκριτοι πολίτες οι Αλβέρτος Μόλχο, ασφαλιστής και Μωΰς Μπενβενίστε τραπεζίτης, των οποίων την απόφαση, εάν προκύψει διαφορά μεταξύ των ιδιοκτητών της εφημερίδας στο μέλλον, οφείλουν να την δεχτούν και οι δύο συνεταίροι. Ορίζεται επίσης επιδιαιτητής ο έγκριτος Ιωσήφ Νεχαμά.  Εάν και οι διαιτητές διαφωνήσουν, τότε θα παρεμβαίνει ο επιδιαιτητής «ούτινος η απόφασις είναι αμετάκλητος και σεβαστή». Στόχος του άρθρου 13 του δευτέρου συμβολαίου είναι η αποφυγή της προσφυγής, ενός των συνεταίρων, στα δικαστήρια, εάν υπάρξει σοβαρό πρόβλημα στην μεταξύ των σχέση. Με τον ίδιο τρόπο, την παρουσία διαιτητών και επιδιαιτητού, αντιμετωπίζονται οι πιθανές αντιδικίες στο άρθρο 14 του πρώτου - ιδρυτικού συμβολαίου. Σε αυτό μάλιστα το άρθρο δηλώνεται ρητά, ότι απαγορεύεται η προσφυγή στα δικαστήρια και ότι τα προβλήματα θα λύνονται από τους δύο διαιτητές και, αν χρειασθεί, από τον επιδιαιτητή. 

Επίλογος


Η Ρένα Μόλχο στο κείμενό της «Τα ισπανοεβραϊκά: μια μεσογειακή γλώσσα στην καθημερινή ζωή της Θεσσαλονίκης του 20ού αιώνα», σημειώνει - γενικά για τον τύπο της Θεσσαλονίκης - ότι μεταξύ των ετών 1865 [κυκλοφορία της El lunar - πρώτης εφημερίδας της Θεσσαλονίκης] και 1925 εκδόθηκαν συνολικά 73 εφημερίδες από τις οποίες οι 8 ήταν ελληνικές, 25 τουρκικές, 5 γαλλόφωνες [οι 4 εβραϊκές] και 35 εβραϊκές [στα ισπανοεβραϊκά]. Αλλά και από τις 1000 περίπου γνωστές ισπανοεβραϊκές εκδόσεις τις οποίες εξέδωσαν οι σεφαραδίτικες κοινότητες της Ανατολής [μέχρι το 1934] οι 350 εκδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Στο ίδιο κείμενο προβαίνει σε δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον εβραϊκό τύπο της πόλεως, η πρώτη: Σημειώνει για τις γαλλόφωνες εφημερίδες: «...ήταν καλύτερα οργανωμένες από τις ισπανοεβραϊκές, και συνεργάζονταν με διεθνή πρακτορεία τύπου και ανταποκριτές...επέβαλαν ένα νέο γαλλοπρεπές ισπανοεβραϊκό λεξιλόγιο που δημιουργούσε προβλήματα κατανόησης στους περισσότερους αναγνώστες της ισπανοεβραϊκής, που δεν γνώριζαν τα γαλλικά.». Η δεύτερη αναφέρεται συνολικά στον εβραϊκό Τύπο της Θεσσαλονίκης: «Η αλήθεια είναι ότι αν και η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης αναπτύχθηκε, τουλάχιστον οικονομικά, κάπως αργότερα από τις άλλες σημαντικές κοινότητες της αυτοκρατορίας, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, διαφοροποιήθηκε από αυτές και ως την αρχή του αιώνα τις ξεπέρασε στους περισσότερους τομείς όπως και στο Τύπο, ακριβώς γιατί χαρακτηρίζονταν από μία δυναμική πολιτική υπόσταση.»    
Για τον τρόπο με τον οποίον διεκόπη η κυκλοφορία της Le Progrès υπάρχει η μαρτυρία του  Σαμ Μοδιάνο στη συνέντευξη, την οποία έδωσε στην Μαρία Καραβία για την Καθημερινή το 1976. Σε αυτήν εξιστορεί, ότι οι Γερμανοί κατέσχεσαν την εφημερίδα και χρησιμοποίησαν τις εγκαταστάσεις για την έκδοση γερμανικού στρατιωτικού εντύπου. Την πληροφορία σημειώνει ο Μ. Κανδυλάκης και συμπληρώνει ότι δεν επιβεβαιώνεται από αλλού. Ενωρίτερα [2000] ο Μάριο Μοδιάνο στο βιβλίο του επαναλαμβάνει την πληροφορία, προφανώς από τον πατέρα του, και μάλιστα σημειώνει τον τίτλο του γερμανικού στρατιωτικού εντύπου, το οποίον εξέδωσαν οι Γερμανοί: Wacht Im Südosten. Αυτό είναι και το μόνο γερμανόφωνο έντυπο, το οποίο περιλαμβάνει ο Μ. Κανδυλάκης στο άρθρο του «Ξενόγλωσσες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης» [Θεσσαλονίκη, επιστημονική επετηρίδα του Κ.Ι.Θ. του Δήμου Θεσσαλονίκης, τρίτος τόμος, 1992, σ.153-168].
Δύο  ακόμα σχόλια, ενδεικτικά και αυτά της ζωής, τότε, στην Θεσσαλονίκη: το πρώτο προκύπτει από τα  δύο συμβόλαια και το δεύτερο  από το βιβλίο του Μ. Μοδιάνο. Το πρώτο: Μάρτυρες υπογράφουν και στα δύο συμβόλαια, κατά τύχην, δύο χριστιανοί πολίτες για το καθένα και τα ονόματά τους, με κάποιο τρόπο θα μείνουν, επειδή υπέγραψαν για την Le Progrès δίπλα στις υπογραφές των εβραίων ιδρυτών της. Το δεύτερο, από το βιβλίο του Μ. Μοδιάνο. Σημειώνει για τον εαυτό του ο συγγραφέας: «Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη….ο πατέρας μου αγαπούσε την ποικιλία, έτσι έστειλε τον αδελφό μου Lelo στο Ιταλικό σχολείο και εμένα σε ένα Ελληνικό, το οποίο χάριν της Γερμανικής κατοχής δεν κατάφερα ποτέ να τελειώσω. Στο σπίτι επικοινωνούσαμε σε τρεις γλώσσες. Ο πατέρας…μιλούσε στα γαλλικά στην μητέρα μου και σε εμένα. Και οι δύο τους μιλούσανε λαντίνο στον Lelo. Ο Lelo και εγώ μεταξύ μας συζητούσαμε στα Ελληνικά.».
Θεωρώ ότι είναι καλό, εδώ, να αντιγράψω την μικρή φράση με την οποία αναφέρεται στην μητέρα του ο Μ. Μοδιάνο: The beautiful Nella Tchenio, η ωραία Νέλα... Περισσότερα για την μητέρα του, σημειώνει στις λεζάντες των φωτογραφιών που έχει δημοσιεύσει ο ίδιος στο διαδίκτυο. Ο Μάριο Μοδιάνο φρόντισε να υπάρχει στο διαδίκτυο το βιβλίο του, καθώς τα τυπωμένα αντίτυπα δεν διετέθησαν στο εμπόριο. Φρόντισε επίσης να υπάρχουν στον ίδιο χώρο οικογενειακές φωτογραφίες. Νομίζω ότι αξίζει να τις δείτε – εδώ μπορείτε να δείτε δύο από αυτές.  Η πρώτη είναι τραβηγμένη την ημέρα του bar mitzvah του Μ. Μοδιάνο, το έτος 1939. Μετά την τελετή στην Συναγωγή, η οικογένεια φωτογραφίζεται στην αυλή του σπιτιού τους, στην Θεσσαλονίκη, με τους καλεσμένους της – πολλοί από αυτούς, σημειώνει στο συνοδευτικό κείμενο ο Μ. Μοδιάνο, είναι εργαζόμενοι στην εφημερίδα Le Progrès : τυπογράφοι, δημοσιογράφοι και διοικητικό προσωπικό. Η δεύτερη φωτογραφία είναι βγαλμένη το 1943 στο γκέτο – η οικογένεια του Σαμ Μοδιάνο θα «φιλοξενηθεί» στο σπίτι συναδέλφου του δημοσιογράφου [της Le Progrès(;)] στην Ανάληψη. Ο Μάριο Μοδιάνο στη φωτογραφία εικονίζεται να διαβάζει την [φιλογερμανική και αντισημιτική] εφημερίδα «Νέα Ευρώπη», στο πίσω μπαλκόνι του σπιτιού στην Ανάληψη, στο γκέτο.





Η εφημερίδα Le Progrès., το τυπογραφείο  και ό,τι είχε συγκεντρωθεί στους χώρους της κατά τα 17 χρόνια συνεχούς λειτουργίας της  εχάθησαν κυριολεκτικά εν μία νυκτί. Μετά την επίθεση της Γερμανίας εναντίον της Ελλάδος και  την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Θεσσαλονίκη, ακολούθησε η εισβολή ανδρών των δυνάμεων κατοχής στους χώρους της εφημερίδας, σταμάτησε αμέσως η κυκλοφορία της (όπως και όλων των άλλων εβραϊκών εφημερίδων) και ουσιαστικά διαλύθηκαν όλα τα στοιχεία  τα οποία φανέρωναν την δημόσια παρουσία της στην πόλη και όπου αλλού έφταναν τα φύλλα της. Σήμερα, σπανίως,  παρουσιάζονται μεμονωμένα φύλλα τα οποία εσώθησαν σε οικογενειακά και δημόσια αρχεία και ανακαλύπτονται έγγραφα από τα αρχεία υπηρεσιών ή ιδρυμάτων τα οποία είχαν σχέσεις και αλληλογραφία με την σπουδαία εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, την Le Progrès. Έτσι συγκεντρώθηκαν  τα έγγραφα τα οποία ανήκουν στο αρχείο του γιου μου Νέστορος Καββαδά και τώρα παρουσιάζονται εδώ.
Τελειώνοντας,  αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω τις κυρίες Αλίκη Αρούχ και Έρρικα Περαχιά καθώς και τους κυρίους Τζέκυ Μπενμαγιόρ και Ευάγγελο Χεκίμογλου για την βοήθειά την οποία μου προσέφεραν κατά την διάρκεια της μελέτης των δημοσιευομένων εγγράφων.




Σημειώσεις

1.     Τα άρθρα, τα οποία χρησιμοποίησα  για το συνοδευτικό κείμενο των δύο συμβολαίων αναφέρονται μέσα στο κείμενο.
2.     Χρησιμοποίησα για το ίδιο κείμενο τα παρακάτω βιβλία:
       α) Φρεζής, Ραφαήλ, Ο Εβραϊκός Τύπος στην Ελλάδα, Βόλος, «Ισραηλιτική      Κοινότητα Βόλου», 1999, σ.515.
        β) Modiano, Mario, Hamehune Modillano. The genealogical story of the        Modiano family from ~ 1570 to our days, Athens, 2000, p.230 [8th edition, 2011(;)]
      γ) Κανδυλάκης, Μανώλης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην Ιστορία του Τύπου 4 τόμοι, Θεσσαλονίκη, «Uninersity Studio Press»,    1998 - 2008 [εδώ ο τόμος Γ’ 1923 -1941, Θεσσαλονίκη, 2005, σ.662]
   


Εικόνα 2: Ομόρρυθμος Εμπορική Εταιρία Μοδιάνο, Χουλή & Σια, 9-2-1924 [ακριβές αντίγραφον 28-4-1931] 



Εικόνα 3:  Εταιρικόν  Μοδιάνο & Λεβή, 19-9-1930 [ακριβές αντίγραφον 8-11-1930] 



Εικόνα 4: Διαφημιστικό τμήμα, Απόδειξις εισπράξεως



Εικόνα 5: Το επιστολόχαρτο της εφημερίδας, ένα από αυτά τα οποία χρησιμοποιούν το έτος 1925. Στην επιστολή τους προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος οι εκδότες δηλώνουν ότι την εφημερίδα δεσμεύουν στις οικονομικές συναλλαγές τους με την Τράπεζα οι  δύο υπογραφές μαζί των εκ των εκδοτών Σαμ Μοδιάνο και Ι. Χουλή. Επομένως, εκτός από το δείγμα υπογραφής των δύο εκ των συνεκδοτών, έχουμε και τον τρόπο με τον οποίον αυτοί έγραφαν το όνομά τους, στα γαλλικά φυσικά:
S. Modiano και J. Houlli























Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

[Αλεξανδρούπολις]: Γιάννης Παπαράλλης: Μεγάλη Εβδομάδα στην Αλεξανδρούπολη πριν από τον πόλεμο και άλλες μνήμες από την πόλη - Επιστολή στον φίλο του, ζωγράφο, Ράλλη Κοψίδη.* [Alexandroupolis]: Giannis Paparallis: The Holy Week in Alexandroupoli before the War and other memories of the city - A letter to his friend, painter, Rallis Kopsidis.




Εικόνα 1. Η αρμενική εκκλησία Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξανδρούπολη, 1983


Θεσσαλονίκη, 21 Μαΐου 1986


Αγαπητέ μου Ράλλη,

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………Αυτές τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας ο νους μου δε λέει να ξεκολλήσει από την Αλεξανδρούπολη. Το σπίτι που κάθομαι εδώ και πολλά χρόνια είναι πλάι στην Εκκλησία της Οσίας Ξένης (της καινούργιας) και οι καμπάνες, η βαβούρα του κόσμου, οι φωνές των παιδιών, οι ψαλμωδίες απ’ τα μεγάφωνα της εκκλησίας με γυρνάνε χρόνια πίσω, εκεί στα 1932 με 1939, στην Αλεξανδρούπολη. Βέβαια δε με δυσαρεστούν αυτές οι διαδρομές. Τράβαμε κι ας κλαίω, που λένε. Μπορώ να πω ότι με γεμίζουν μ’ ένα αίσθημα αναγνώρισης του εαυτού μου, γιατί σπάνια τα τελευταία χρόνια αυτοαναγνωρίζομαι.
Εκείνα τα χρόνια που σου λέω, τη Μεγάλη Εβδομάδα, τα προαύλια των ναών Αγίου Νικολάου και Αγίου Ελευθερίου, ήταν τα κέντρα λήψεως των μεγάλων αποφάσεών μας.
Καταστρώναμε τα σχέδιά μας, όχι πάντα αθώα και συνεπή προς το θρησκευτικό αίσθημα των ημερών, κάτι χουνέρια σε βάρος των εβραιόπουλων και των τουρκόπουλων, χουνέρια που τα υποδαύλιζαν κάτι στυγερές αφηγήσεις για την εβραϊκή και την τουρκική αντιχριστιανική θηριωδία1.
Μόνο τα αρμενόπουλα απολάμβαναν τη συμπάθειά μας και τη φιλία μας, συχνά επιστήθια. Γι’ αυτό η εκκλησία τους, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, θα τη θυμάσαι βέβαια, εκεί στη διασταύρωση των οδών 14ης Μαΐου (η κεντρική οδός που οδηγούσε από το καφενείο ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ στο Σιδηροδρομικό Σταθμό) και – δεν τη θυμάμαι - γινόνταν πόλος έλξης για μας.  Ντυμένοι στα καλά μας (τρομάρα μας!) περιφέραμε την παιδική μας αμεριμνησία και σκανταλιά στο μικρό και πολύβουο αυτές τις μέρες προαύλιό της.
Οι δικοί μας,  μας έχαναν ολόκληρη μέρα. Ξεχνούσαμε να πάμε το μεσημέρι για φαγητό. Και τι να φάμε; Που μας τάραζαν στη νηστεία, ταχινόσουπα, ελιές, του κόσμου τα απωθητικά νερομπλούκια (κι αυτά αν υπήρχαν). Κάτι τολμητίες και περιφρονητές του κατεστημένου παραβίαζαν ανερυθρίαστα το Νομοκάνονα, πάσχαζαν απ’ τη Μεγάλη Τετάρτη και μεις οι ατολμότεροι δε λέγαμε όχι στις προσφορές τους. Στο σπίτι εγώ παρίστανα το Χερουβείμ και, δεν το κρύβω, ανατρίχιαζα ακούοντας τους αφορισμούς και τις κατάρες της γιαγιάς μου, που στηλίτευαν τους αντίχριστους, τους αιρετικούς, τους θεοκατάρατους, τους κακοχρονισμένους, που γεύονταν πρόωρα τα καλούδια της Πασχαλιάς.
-        Θα σκάσεις, βρε Κιουταχή, αν υπονομέψεις δυο μέρες; Ε, θα σκάσεις;  
Κιουταχής, εννοείται, εγώ, ο ακούων στο χριστιανικότατο όνομα Ιωάννης.
Ιδιαίτερα μου έρχονται στο νου κάτι ταβερνεία, του Θωμά του Λαλέτα στην κεντρική οδό της αγοράς, ένθεν και ένθεν τα μανάβικα, τα χασάπικα, το μουχτάρικο, το ζυθεστιατόριον η ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ, θαρρώ, του Γαλγαδά, ένα άλλο πάλι, του Κουρταλή, η Ωραία του Πέραν, που κόρωναν μεγαλοβδομαδιάτικα από τις νεφραμιές, τα κοψιδάκια, τα αμελέτητα, τη λακέρδα, το σκουμπρί και ανέβαινε κνίσσα ως τα ολύμπια δώματα κι όπου το επιμύθιο κάθε τσουγκρίσματος: «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» έδινε κι έπαιρνε.
Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω ποιον ασθενή και ποιον οδοιπόρο εννοούσαν. Γιατί οι θαμώνες τους δεν ανήκαν σε καμιά από τις δύο αναφερόμενες παραπάνω συνομοταξίες. Π.χ. ο πατέρας μου, αγλάισμα αυτών των ερατεινών καταφυγίων, έχαιρε άκρας υγείας και κάθε άλλο παρά οδοιπόρος ήταν. Και όσο για τους άλλους θαμώνες, μυθικούς ήρωες εκείνον τον καιρόν, τον Ξυλάρα, τον ίδιο τον ταβερνιάρη τον Θωμά τον Λαλέτα, τον Μηνά από τα Γανόχωρα, ειδικό στα μπαγνταντιά2, τον Αρμένη τον Μπετρός, φανοποιό με όνομα, και τα άλλα  καρντάσια, δεν ήξεραν τι θα πει γιατρός και η μόνη οδοιπορία τους ήταν από το σπίτι στο μαγαζί ή στο γιαπί, αν εξαιρέσει κανείς τα μεταμεσονύχτια νυχτοπερπατήματα με άλλους ομοϊδεάτες τους, κατά τα οποία αναλύονταν η διεθνής πολιτική και η πορεία του εργατικού κινήματος. Γιατί, πρέπει να καταθέσω αυτή τη μαρτυρία, οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους οπαδούς του Διονύσου ήταν συνδικαλισμένοι και έντονα πολιτικοποιημένοι και θεωρούνταν υπονομευτές της δημόσιας τάξης. Αυτή είναι μια άλλη σελίδα, η σοβαρή πλευρά του θέματος, να πούμε. Και είναι κρίμα που δε βρέθηκε κανείς να καταγράψει τα καθέκαστα της δράσης τους, ηρωικής πραγματικά για κείνους τους σκοτεινούς καιρούς της μεταξικής δικτατορίας.   
Θέλω να πιστεύω πως όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, κάθονται σήμερα εκ δεξιών του Πατρός και σελαγίζοντας εκπέμπουν το φως της αθωότητάς τους πάνω στα σκότη του σημερινού κόσμου, προς αιωνίαν δόξαν της θεϊκής μεγαλοθυμίας.
Εκεί, που λες, στο προαύλιο του αρμενικού ναϊδρίου, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στηνόμασταν με τις ώρες, παίζαμε τρύπιες δεκάρες (κουμάρι), ανταλλάσσαμε αυγά, κουμπιά, χαρτάκια από τσιγαροκούτια, παίζαμε ντάμα στο πεζούλι, βλέπαμε, ακούγαμε, σχολιάζαμε. 
Η αρμενική παροικία, όπως ξέρεις, περιελάμβανε στους κόλπους της από αχθοφόρους μέχρι υπερευκατάστατους επιχειρηματίες και από αναλφάβητους μέχρι φανατικούς μουσόφιλους. Η χορωδία της, τμήμα του μορφωτικού γυμναστικού συλλόγου ΧΑΪΓΑΖΙΑΝ ΜΑΣΙΣ, αυτές τις μέρες ήταν στις δόξες της. Πράγματι συναγωνίζονταν επάξια τις χορωδίες του Δήμου και της Μητροπόλεως, που διηύθυναν ο Κούρτελης και ο Διανέλος. Έτσι δε λέγονταν εκείνος ο συμπαθής τύπος με τα λευκά ανεμίζοντα μαλλιά, τη γαμψή μύτη; Φαουστική μορφή, της οποίας μια ιδέα «εν καταγραφή» (προφίλ), με τη βοήθεια της μνήμης μου, σκιαγραφώ.


Είχα πολλούς φίλους αρμενάκια και αρμενοπούλες. Τον Γκαρμπίς, τον Σαρκίς, τον Μιγιρδίτς, τον Στεπάν, φτωχόπαιδα που οι οικογένειές τους μετανάστευσαν το 1947 – 1950, θαρρώ, στο Αζερμπαϊτζάν και στην Τιφλίδα και έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόασή τους. Μου έρχονται συχνά στη σκέψη με τα πελώρια μάτια τους, τα κορακίσια μαλλιά, τα κοντά παντελονάκια τους, τα επιμελώς μπαλωμένα ρούχα τους, με εκείνο τον αέρα της αξιοπρεπούς πενίας. Θυμάμαι πως ο παππούς του Γκαρμπίς ήταν, όπως έλεγε ο ίδιος, παλιός αγωνιστής του κόμματος Χιντσάκ3, έζησε τις σφαγές του 1895, του 1915 και καταριόνταν τον Αβδούλ Χαμίτ, τον αιμοδιψή σουλτάνο. Στο σπίτι του Γκαρμπίς, κοντά στον παλιό Σταθμό, μας διηγούνταν πως στη Σιβάς4, παλικαράκι τότε των 20 χρόνων, έβλεπε από το πλυσταριό του σπιτιού τους τους Τούρκους που έκαιγαν τα βρέφη και πάνω στη φωτιά τους ψήνανε καφέ και θεριακλώνανε. Αλήθεια, ψέματα; ο Θεός κι η ψυχή του.
Όταν πηγαίνω στην Αλεξανδρούπολη, δεν παραλείπω να επισκεφθώ την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Κάθομαι στο πεζουλάκι και αποξεχνιέμαι σε παλιά Μεγαλοβδομάδα. Το προαύλιο μυρμηγκιάζει πάλι από κόσμο, το καμπανάκι χτυπά πένθιμα, ψαλμωδίες ακούγονται, ευωδιές λιγωμένες από βιόλες και άλλα νεκρολούλουδα περιχύνουν τον αέρα, ο ωραίος Γκαρμπίς με το γυμνασιακό του πηλήκιο λοξοκοιτάζει τα κοριτσόπουλα και μας κλείνει με σημασία το μάτι.
Ο Γκαρμπίς, ξέρεις, δεν πήγαινε στο Γυμνάσιο, αλλά φορούσε γυμνασιακό πηλήκιο κουτσαβάκικα και μας έκανε να ζηλεύουμε, γιατί εμείς απαγορεύονταν να το φορούμε έτσι και το καθίζαμε στο κουρεμένο μας κεφάλι σαν ταψί δια τον φόβον των Ιουδαίων.
Είναι παράξενο, αλλά κάτι τέτοιες ώρες αυτοαναγνωρίζομαι. Μάλιστα με τέτοια διαύγεια, που τρομάζω. Θαρρείς και με βαραίνει ο αξόδευτος χρόνος των 45 χρόνων, που όμως, όπως και να το κάνω, δαπανήθηκε πια αμετάκλητα.  
…………………………………………………………………………………………Στο σπίτι [το πατρικό του, ο ίδιος] δεν καλοπερνά (ο πατέρας του κουφωματάς, επιπλοποιός, όταν το καλεί η περίσταση, άνεργος το μισό χρόνο) έχει στο μεταξύ κάνει τη γνωριμία [ο Γ. Π.] με τους παρακειμένους και τους υπερσυντέλικους, λέλυκα, ελελύκειν, έχει κάποια ταλαιπωρημένα, θολά όνειρα, υποψιάζεται το ωραίο, θαυμαστής των ζωγράφων Κουρουτζίδη και Ζωρζ, του Μαλακάση, Πορφύρα, Παλαμά, ών ουκ έστι τέλος. 
……………………………………………………………………………………     Σου ανέφερα πιο πάνω τους …αναμορφωτές των εικαστικών τεχνών της πόλης μας, Κουρουτζίδη και Ζωρζ. Θα τους θυμάσαι, υποθέτω. Και πώς να μην τους θυμάσαι; Εγώ τους πρωτογνώρισα το 1935 -  36. Ο Ζωρζ (Γεώργιος Ασπρομάλλης) είχε ένα μικρό εργαστήρι – γκαλερί (ο όρος γκαλερί άγνωστος τότε) δίπλα στο μαραγκούδικο του πατέρα μου, στην πλατεία Ανατολικής Θράκης. Ο πατέρας μου συχνά με απόπαιρνε, γιατί παρατούσα τη δουλειά που μου ανέθετε και χάζευα στην προθήκη του εργαστηρίου του. Βλέποντας τα ηλιοβασιλέματα, τις νεκρές φύσεις, τα ακρογιάλια, τα πορτρέτα κι άλλες γραφικότητες που αποτελούσαν τη θεματογραφία του Ζωρζ, κάτι ένοιωθα να με τρώει. Πάντως, ώρα του καλή, με μύησε στο τεχνικό μέρος της τέχνης του. Μ’ άφηνε να λερώνομαι με τα χρώματα και με καθοδηγούσε στις πρώτες μου απόπειρες. Το κακό είναι που δεν εκτιμούσε τη δική μου επικολυρική θεματογραφία, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Γρηγόριο τον Ε’, τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, την Γκρέτα Γκάρμπο και ιδιαίτερα τον Παύλο Μελά. Έτσι χωρίσαμε τα τσανάκια μας, αλλά τον επισκεπτόμουν συχνά και πιο ύστερα, μεταπολεμικά, στο μαγαζί του, επί της οδού 14ης Μαΐου.   
Μυθιστορηματική οικογένεια οι Ασπρομάλληδες. Γραφικός πλανόδιος μουζικάντης ο πατέρας, προικισμένα κορίτσια οι δύο αδελφές του [ του Ζωρζ], που συχνά ασκούσαν το επάγγελμα της αοιδού συνοδεύοντας το βιολί του πατέρα τους σε ναπολιτάνικες μουσικές εκδηλώσεις εις τας τριόδους και ύστερα έβγαζαν δίσκο.
Τον Κουρουτζίδη τον είχα σχεδόν γείτονα. Καθόταν στην οδό Μάκρης κι αυτός, εκεί που αρχίζει η διαγώνιος που οδηγούσε στο Σταθμό. Το κατάστημά του ήταν στη κεντρική οδό του Στρατηγείου, στη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Αυτός ήταν ο μαιτρ. Συζήτηση δε σήκωνε. Πάντως ζούσε από τη ζωγραφική και τη φιλοτέχνηση ταμπελών, μ’ εκείνες τις γνωστές σκιάσεις [;] και μύστακες, που πραγματικά τις θαύμαζα τότε. Το είχε πάρει επάνω του και δεν ενθάρρυνε όσους προαλείφονταν για συνεχιστές του.
Αλλά δια την ιστορίαν οφείλω να μνημονεύσω τον Αργύριο Αγγλία, χαράκτη, κατασκευαστή σφραγίδων. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα ταλέντο που χαραμίστηκε. Θα τον θυμάσαι, είμαι βέβαιος, νομίζω πως τον ήξερες. Παρουσιαστικό ευπατρίδη, μαλλιά λευκόχρυσα, με την πίπα πάντα στο στόμα, με αέρα κοσμοπολίτη, λιγομίλητος και, νομίζω, απρόσιτος. Ομορφάντρας. 
Τι σταθερό χέρι τι άψογη γραμμή! Έτυχε κάποτε να τον παρακολουθήσω στη χάραξη μιας διακοσμητικής πινακίδας. Τον θαύμασα κι ακόμα τον θαυμάζω.
…………………………………………………………………………………………Φοβάμαι πως σε ζάλισα. Μόλα ταύτα δε σου υπόσχομαι ότι δε θα σε ζαλίσω στο μέλλον………………………………………………
Αυτές τις μέρες ξαναδιάβασα τους ΡΑΚΕΝΔΥΤΟΥΣ. Ωραία δουλειά! Μερακλίδικη και εγκάρδια. DE PROFUNDIS, που λένε. Στάθηκα σε πολλά! Μου έμεινε βαθιά χαραγμένη η φράση: «οι ζωγραφιές μου είναι μικρά ερημονήσια». Η καρδιά σου, η ψυχή σου, εσύ ολόκληρος επί πίνακι.  

Αγαπητέ μου φίλε, τελειώνω τη φλυαρία μου και κλείνω το γράμμα μου με το στίχο του Σεφέρη5:

όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα,
κάτι θα βρούμε ζήτα - ζήτα.


Πολλές ευχές για καλύτερες μέρες
                          Με αγάπη
                         ο φίλος σου Γιάννης




Εικόνα 2. Το πάλαι ποτέ Α' Δημοτικό Σχολείο τέμενος αγλαόν Μουσών και Χαρίτων - Αλεξανδρούπολη, σχέδιο με μελάνι σε χοντρό χαρτί, 1968, διαστάσεις χαρτιού 12Χ16
 

Εικόνα 3. Σπίτι στην Ίωνος Δραγούμη - Αλεξανδρούπολη, σχέδιο με πενάκι σε χοντρό χαρτί, διαστάσεις 13Χ10

Επίμετρο.

Στο αρχείο μας σώζονται δύο ενδιαφέρουσες επιστολές [αντίγραφα, τα οποία κράτησε ο αποστολέας] σταλμένες από τον ζωγράφο και φιλόλογο Γιάννη Παπαράλλη στον φίλο του ζωγράφο και συγγραφέα Ράλλη Κοψίδη. Εδώ δημοσιεύεται η πρώτη, γραμμένη στις 21 Μαΐου 1986 – ελπίζω, αργότερα, να δημοσιευτεί και η δεύτερη επιστολή.
Ο παραλήπτης της επιστολής, Ράλλης Κοψίδης, είναι πολύ γνωστός από την σταθερή, πολύχρονη και παραγωγική παρουσία του στον χώρο της τέχνης και στο χώρο του βιβλίου. Πολλά στοιχεία για την ζωή και το έργο του μπορεί να εντοπίσει κανείς, εκτός των άλλων, στο διαδίκτυο, ώστε δεν νομίζω ότι χρειάζεται να συγκεντρωθούν και εδώ. Επιλεκτικώς σημειώνω μόνον, όσα θεωρώ χρήσιμα για την καλύτερη κατανόηση της επιστολής. Ο Ρ. Κοψίδης γεννήθηκε το 1929 στη Λήμνο αλλά «κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη» - οι πρόσφυγες γονείς του, πριν εγκατασταθούν μόνιμα στην Λήμνο,  έζησαν, για κάποιο διάστημα, στην Αλεξανδρούπολη. Το 1944 [ή το 1945] η οικογένεια Κοψίδη εγκαθίσταται στην Αλεξανδρούπολη και ο Ράλλης θα τελειώσει τις γυμνασιακές σπουδές του στο Γυμνάσιο της πόλεως και εν συνεχεία θα φοιτήσει και θα πάρει το πτυχίο του από την Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως [1948-1949]. Εδώ, στην Αλεξανδρούπολη, θα γνωρίσει και την σύζυγό του Μαρία, μητέρα της κόρης των, ζωγράφου Σοφίας Κοψίδη. Επομένως, υπάρχουν στενοί και στερεοί δεσμοί του Ρ. Κοψίδη με την Αλεξανδρούπολη και τους ανθρώπους της. Θα μετακινηθεί από αυτήν προς την Αθήνα το 1949, προκειμένου να φοιτήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και, έτσι, θα οριστικοποιήσει την οδό, την οποία με συνέπεια θα ακολουθήσει σε όλη την μετέπειτα ζωή του.
Νομίζω, ότι είναι απαραίτητο να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία για τον Γιάννη Παπαράλλη [1922-2010] για δύο λόγους: ο πρώτος, επειδή είναι άγνωστος στο ευρύ  κοινό και ο δεύτερος, επειδή είναι ο συντάκτης της επιστολής. Μόλις το 2007 και μετά από 50 έτη ζωγραφικής, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιανός και με τη συμπαράσταση του Συλλόγου Αποφοίτων Κολλεγίου «Ανατόλια» το βιβλίο: Γιάννης Παπαράλλης, Σχέδια από τη Θεσσαλονίκη6. Από  τον πρόλογο του βιβλίου, τον οποίον υπογράφει ο Βασίλης Ιωαννίδης, μαθητής του Γ. Παπαράλλη, συγκεντρώνω εδώ τα παρακάτω βιογραφικά στοιχεία του ζωγράφου. «Ο Γιάννης Παπαράλλης γεννήθηκε στο Κουλέ Καφέ της Θεσσαλονίκης και έζησε εκεί μέχρι τα πέντε του χρόνια…Τα μαθητικά χρόνια (Δημοτικό και Γυμνάσιο) θα τα περάσει στην Αλεξανδρούπολη, όπου είχε μετακομίσει με την οικογένειά του…Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και εγγράφεται στη φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ.. όπου και δραστηριοποιείται στον φοιτητικό όμιλο της φιλοσοφικής σχολής (Φ.Ο.Φ.)…Στο πανεπιστήμιο γνωρίζεται με τον Γιώργο Ιωάννου και αναπτύσσουν στενή σχέση. Παλαιότερα στην Αλεξανδρούπολη, κατά τα εφηβικά του χρόνια, θα δεθεί με τον Ράλλη Κοψίδη, όπου ζούσε και εκείνος, και η επικοινωνία αυτή θα συνεχιστεί ακόμα πιο έντονη, όταν θα βρεθούν και οι δυο τους αργότερα στη Λήμνο….Τα μεταπολεμικά χρόνια θα γνωριστεί με το Γιώργο Παραλή κατά τη συνυπηρέτησή τους στο κολλέγιο «ΑΝΑΤΟΛΙΑ»…». Όπως φαίνεται, στο κείμενο δίδονται οι διαδοχικές μετακινήσεις του Γ. Παπαράλλη, όμως, χωρίς καμία αντίστοιχη χρονολογία, ενώ λείπει ακόμα και το έτος της γεννήσεώς του. Αλλά και στο Βιογραφικό σημείωμα, στην σελίδα 17 του παραπάνω βιβλίου, παρατίθεται με τον ίδιο τρόπο, μικρό κείμενο τεσσάρων αράδων: «Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Έζησε τα μαθητικά του χρόνια στην Αλεξανδρούπολη. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης κλασική φιλολογία. Δίδαξε 3 χρόνια σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης και 36 χρόνια στο κολλέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ».
Είναι συνταξιούχος και κατοικεί στη Θεσσαλονίκη.».
Κάτω από το Βιογραφικό σημείωμα, η σελίδα περιλαμβάνει την σημείωση των 5 ομαδικών και 4 ατομικών εκθέσεων, στις οποίες είχε λάβει μέρος ο Γ. Παπαράλλης μέχρι το 2007. Ακριβώς, αυτά τα ίδια κείμενα τυπώθηκαν και στην τελευταία σελίδα ενός διπτύχου, το οποίον έγινε για την έκθεση του Γ. Π. στην Αίθουσα Τέχνης του Δήμου Θεσσαλονίκης, μια δεκαετία ενωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 1997. Στην τρίτη – εσωτερική - σελίδα του διπτύχου υπάρχει μικρό, αλλά θερμό κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου7 για την ζωγραφική του Γ. Παπαράλλη και αυτό το κείμενο αναδημοσιεύεται, μαζί με το Βιογραφικό σημείωμα και τις Εκθέσεις του, στα έντυπα - όσα παρουσίασαν, τότε, την Έκθεση και τον ζωγράφο.
Ένα από τα δίπτυχα αυτά σώζεται στο αρχείο μας και έχει ενδιαφέρον γιατί δίνει δύο επιπλέον πληροφορίες, από τις οποίες σημαντικότερη  είναι η δεύτερη από αυτές. Ο ίδιος, ο ζωγράφος, σημειώνει με μολύβι στο τέλος της πρώτης φράσεως του Βιογραφικού σημειώματος το έτος γεννήσεώς του: 1922. Αλλά, επιπλέον, σημειώνει με μελάνι και τις πρώτες ατομικές του εκθέσεις - γράφει στην αρχή των Ατομικών εκθέσεων, πριν από το τυπωμένο κείμενο: 2 Εκθέσεις σχεδίων στη λέσχη της ΕΠΟΝ Αγίας Τριάδας. Επομένως, χρησιμοποιώντας και τον Πρόλογο του Β. Ιωαννίδη, ο Γ. Π. θα πρέπει να εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του, στην Αλεξανδρούπολη μετά το 1927 και εκεί θα τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, μετά το 1940. Ο Γιώργος Ιωάννου [1927-1985] σπούδασε φιλολογία το διάστημα 1947 – 1950, επομένως μάλλον αυτά τα χρόνια θα ήταν στην Θεσσαλονίκη και στην ίδια σχολή ο Γ. Παπαράλλης. Φαίνεται, ότι οι κατοχικές συνθήκες δεν του επέτρεψαν  να ακολουθήσει κανονικά τις σπουδές του και θα έμεινε στην Αλεξανδρούπολη, μετά, όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, μέχρι να καταστεί δυνατή η εγγραφή του στην Σχολή. Αυτό το διάστημα άλλωστε, από το 1945 έως το 1947, θα έβλεπε και τον εγκατεστημένο τότε στην Αλεξανδρούπολη – μαθητή του Γυμνασίου της - Ράλλη Κοψίδη.     
Η Επιστολή είναι γραμμένη σε φύλλα χαρτί διαστάσεων 15Χ21cm και καταλαμβάνει 8 σελίδες με ευανάγνωστη και καλή γραφή. Ο συντάκτης την γράφει αμέσως μετά την απόφασή του να πάρει σύνταξη. Βγαίνω στη σύνταξη ενημερώνει τον φίλο του και το υπογραμμίζει. Από τις 8 σελίδες δεν δημοσιεύονται η πρώτη, τα ¾ περίπου της δεύτερης και το ½ της έκτης και της όγδοης σελίδας. Για λόγους όμως τους οποίους θα εξηγήσω παρακάτω, αντιγράφω από την πρώτη σελίδα: «Ύστερα από τριανταδύο χρόνια υπηρεσίας, με τις σχετικές καθυστερήσεις, Μακρόνησο, τρία χρόνια, άλλα δύο χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, κάτι άλλα, ιστορικές αναγκαιότητες της μετακατοχικής μας ζωής…». Συνολικά δηλαδή: δύο εκθέσεις σε λέσχη της ΕΠΟΝ και τρία χρόνια στην Μακρόνησο, καθώς και άλλα δύο χρόνια χωρίς πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Τα δύο τελευταία τα αθροίζει με ήρεμο τρόπο και τα εκθέτει ως «ιστορικές αναγκαιότητες της μετακατοχικής μας ζωής».   
Στην επιστολή, ο Γ. Παπαράλλης περιγράφει, εκτός των άλλων, τα μαγειρεία της Αλεξανδρουπόλεως, στα οποία την Μεγάλη Εβδομάδα μαζευόντανε ο πατέρας του με τους φίλους του - άνδρες εργατικοί και πτωχοί - οι οποίοι, παραβαίνοντας την νηστεία, έτρωγαν  και έπιναν με λαμπρό τρόπο παστούς ιχθύς και καλά κρέατα της περιοχής. Εδώ, ο αποστολέας, βρίσκει την ευκαιρία να σημειώσει ότι οι συμπότες ήταν και  ομοϊδεάτες, μάλιστα συμπληρώνει σχετικώς: «Γιατί, πρέπει να καταθέσω αυτή τη μαρτυρία, οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους οπαδούς του Διονύσου ήταν συνδικαλισμένοι και έντονα πολιτικοποιημένοι και θεωρούνταν υπονομευτές της δημόσιας τάξης. Αυτή είναι μια άλλη σελίδα, η σοβαρή πλευρά του θέματος, να πούμε. Και είναι κρίμα που δε βρέθηκε κανείς να καταγράψει τα καθέκαστα της δράσης τους, ηρωϊκής πραγματικά για κείνους τους σκοτεινούς καιρούς της μεταξικής δικτατορίας.».
Είναι ευτυχής σύμπτωση: ο άνθρωπος, ο οποίος διαπιστώνει ότι είναι κρίμα επειδή  δεν γράφηκε η δράση μίας ομάδας πολιτικοποιημένων ανδρών – μάλλον κομμουνιστών – της Αλεξανδρουπόλεως, την ίδια στιγμή αυτός ο ίδιος με το εξαιρετικό κείμενο της επιστολής του, σώζει πρόσωπα και πράξεις ανθρώπων, κοντά στους οποίους ενηλικιώθηκε και περιγράφει στοιχεία του χώρου, στον οποίον έζησε την παιδική και την εφηβική περίοδο της ζωής του. Άλλωστε, αυτός ο χώρος και οι άνθρωποί του, καθόρισαν την αισθητική περιοχή όλης της ζωής του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον αντέγραψα, παραπάνω, την σημείωση για την Μακρόνησο και τις άλλες μετακατοχικές δικές του δυσκολίες – είναι κρίμα να χαθούν αυτές οι πληροφορίες, αφού, άλλωστε,  φρόντισε ο ίδιος να σημειώσει αυτές τις δύο γραμμές της προσωπικής του ιστορίας.
Η Αλεξανδρούπολη είναι μία από τις νεότερες πόλεις της Ελλάδας και δημιουργήθηκε από την αρχική εγκατάσταση στην περιοχή της, το 1870 (;), εργαζομένων στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινουπόλεως – Θεσσαλονίκης. Αρχικά σχηματίστηκε, τότε, το χωριό Δεδέαγατς, πρώτο όνομα του οικισμού έως το 1919 - έως την μετονομασία της πόλεως, πλέον, σε Αλεξανδρούπολη – όνομα, το οποίον της έδωσαν για να τιμήσουν τον βασιλιά της Ελλάδας Αλέξανδρο. Στην οθωμανική περιοχή μαζί με Έλληνες χριστιανούς εργάτες συγκεντρώθηκαν και  χριστιανοί Αρμένιοι εργάτες, χριστιανοί καθολικοί Ευρωπαίοι, μουσουλμάνοι, καθώς και μικρός αριθμός Εβραίων. Σύμφωνα με το διαδικτυακό www. armenika.gr  την τριετία 1872-1874 περισσότεροι από 100 Αρμένιοι τεχνίτες ήρθαν στο Δεδέαγατς από την «ιστορική αρμενική πόλη Μους»8 προκειμένου να εργασθούν στην σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινουπόλεως – Θεσσαλονίκης. Οι πρώτοι Αρμένιοι εργάτες και τεχνίτες πάντως έφτασαν στην περιοχή λίγο ενωρίτερα, το  έτος 1870. Οι συγκεντρωμένοι στο Δεδέαγατς Αρμένιοι, με προσωπική εργασία, έχτισαν την πρώτη χριστιανική εκκλησία του οικισμού [και της Αλεξανδρουπόλεως], τον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ή Σουρπ Καραμπέτ  – «ναό λιθόκτιστο, βασιλικού ρυθμού χωρίς τρούλο» - στο όνομα του ομωνύμου προστάτη Αγίου της πόλεως Μους9, από την οποία κατάγονταν όλοι τους. Ο Άγιος Πρόδρομος θεμελιώθηκε το 1875 και εγκαινιάστηκε το 1886, ενώ το 1880, οι Αρμένιοι, δίπλα στο ναό, ίδρυσαν και  σχολείο10. Η κοινότητα μέχρι το 1947 είχε περίπου 800 άτομα αλλά, μετά την μεταπολεμική μετανάστευση προς την Σοβιετική Αρμενία, συρρικνώθηκε και στην δεκαετία του ’60 έγιναν 150, ενώ το 1990 είχαν μείνει μόνο 50 άτομα. Όμως πρόσφατα σημειώθηκαν νέες αφίξεις Αρμενίων μεταναστών [1991], ώστε σήμερα να αποτελούν κοινότητα με περισσότερα από 2000 άτομα, τα οποία μάλιστα εκκλησιάζονται στον ίδιο ναό εκείνον του Σουρπ Καραμπέτ, τον οποίον έκτισαν οι πρόγονοί τους, οι πρώτοι Αρμένιοι - συνοικιστές της πόλεως.
 Το κείμενο της επιστολής, το οποίον δημοσιεύεται εδώ, αποτελείται από δύο διακριτά μέρη, ένα μικρό συνδετικό κείμενο μεταξύ των δύο μερών και το επιλογικό τμήμα της επιστολής.
Το πρώτο μέρος αρχίζει με εξαιρετικό τρόπο και ταυτοχρόνως μας εισάγει στο κυρίως θέμα της επιστολής: «Αυτές τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας ο νους μου δε λέει να ξεκολλήσει από την Αλεξανδρούπολη» - ο Γ. Π. είναι πια 64 ετών όταν γράφει την επιστολή και ζει από πολλών ετών στην Θεσσαλονίκη, αλλά ο νους του αυτές τις ημέρες [μόνον αυτές τις ημέρες;] παραμένει κολλημένος στην πόλη της παιδικής και εφηβικής του ζωής. Εδώ, στην Αλεξανδρούπολη,  ζει φαίνεται κάθε μεγάλη εβδομάδα με όσα συγκεκριμένα και καθαρά φέρνει μέσα του: εδώ , μοιάζει να ξαναβρίσκει την οικογένειά του, την γιαγιά του - την παρέα των φίλων του πατέρα του, οι οποίοι κατέλυαν την νηστεία, τους παιδικούς του φίλους, τις εκκλησίες της πόλεως: τον Άγιο Νικόλαο και τον Άγιο Ελευθέριο. Κυρίως όμως εδώ παρουσιάζονται όλοι οι «επιστήθιοι» φίλοι του, τα αρμενόπουλα και οι αρμενοπούλες της αρμενικής παροικίας, ακριβώς όπως ήταν με «τα πελώρια μάτια τους, [και] τα κορακίσια μαλλιά», όλα μαζεύονται στον προαύλιο χώρο του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου των Αρμενίων. Έφυγαν για την Σοβιετική Αρμενία, μετά τον πόλεμο, «και έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόασή τους.». Του λείπουν και τους αποζητά, αλλά τώρα εδώ στο προαύλιο του ναού,   τους ξαναβλέπει και γαληνεύει – πλέον, ξέρει καλά ότι αυτός είναι ο χώρος και αυτοί είναι οι άνθρωποι, που του επιτρέπουν να «αναγνωρίζει τον εαυτό του».
Οι έξι αράδες του συνδετικού κειμένου περιγράφουν αθροιστικά δύο καταστάσεις: την εργασιακή και οικονομική  του πατέρα του – την συνολική κοινωνική θέση της οικογενείας του – και την διπλή δική του θέση. Έχει, μάλλον, σχηματοποιηθεί το επαγγελματικό του μέλλον – η φιλολογία – ενώ παραλλήλως με την ποίηση, τρεις καλλιτέχνες της Αλεξανδρουπόλεως τον βοηθούν να ονειρεύεται με τα χρώματα.    
Το δεύτερο μέρος της επιστολής το αφιερώνει, με σεβασμό, σε αυτά τα τρία πρόσωπα, τα οποία, με διαφορετικό τρόπο το καθένα, τον βοήθησαν να εισέλθει στον χώρο της ζωγραφικής και να πραγματοποιήσει «το θολό όνειρο» του. Είναι δύο ζωγράφοι: ο Γιώργος Ασπρομάλλης (Ζωρζ) και ο Κουρουτζίδης και ένας χαράκτης: ο Αργύριος Αγγλίας.
Μεταξύ των δύο μερών της επιστολής, υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά. Όσα σήμερα περιγράφει στο πρώτο μέρος, ότι ζει την Μεγάλη Εβδομάδα, τα φαντάζεται να συμβαίνουν τότε, πριν από τον πόλεμο, με όλα τα αναφερόμενα πρόσωπα να παρευρίσκονται όπως ήταν  – ιδιαίτερα για τα αρμενόπουλα δεν πέρασε, έκτοτε,  ούτε μια μέρα από πάνω τους και ο Γκαρμπίς, ο οποίος δεν πήγαινε στο γυμνάσιο αλλά φορούσε το πηλήκιο του σχολείου, ίδιος όπως ήταν τότε, έτσι και τώρα: «λοξοκοιτάζει τα κοριτσόπουλα και μας κλείνει με σημασία το μάτι.». Η αναφορά του όμως στο δεύτερο μέρος της επιστολής στους τρεις καλλιτέχνες της πόλεως, γίνεται με την σημερινή του ηλικία των 64 ετών και με τις γνώσεις για την τέχνη, τις οποίες έχει σήμερα.
  Ο Γ. Παπαράλλης, στην επιστολή του φαίνεται, ότι πατάει και στηρίζεται στον χώρο της Αλεξανδρουπόλεως – εκεί ξαναζεί, με τα οικεία του πρόσωπα, την Μεγάλη Εβδομάδα παραμένοντας, το μεγαλύτερο διάστημα των ημερών, στο προαύλιο του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κυριολεκτικά ή με την μνήμη του. Σε αυτό τον χώρο άλλωστε επιστρέφοντας στην παιδική του ηλικία συναντά τους αγαπημένους του ξενιτεμένους Γκαρμπίς και Σαρκίς και Μιγιρδίτς και Στεπάν, όλους όσους εστήριξαν, επλούτισαν  και έκαναν όμορφη την παιδική του ηλικία – σε αυτήν άλλωστε κάθε φορά, κυρίως, αναγνωρίζει τον εαυτό του, έτσι όπως θα ήθελε να τον αναγνωρίζει και τα προηγούμενα χρόνια που μεγάλωνε - όπως θα ήθελε να είναι και σήμερα, όταν γράφει την επιστολή. 
Στο επιλογικό τμήμα της επιστολής ο Γ. Π. πρώτα, «απειλεί» με τρυφερότητα τον φίλο του ότι, μάλλον, και εις το μέλλον θα επανέλθει με επιστολή τέτοιου είδους και  ύφους και εν συνεχεία τον πληροφορεί ότι, τελευταία, ξαναδιάβασε το βιβλίο του [Ράλλη] με τον τίτλο «Ρακένδυτοι – σχέδια του Ράλλη Κοψίδη σχολιασμένα ποιητικά». Γνωρίζοντας καλά τον παραλήπτη θα σημειώσει, ότι η φράση του Ράλλη από το βιβλίο: «οι ζωγραφιές μου είναι μικρά ερημονήσια» χαρακτηρίζει, ακριβώς, και τον ιδιο τον άνθρωπο – τον ζωγράφο, χαράκτη και συγγραφέα Ράλλη Κοψίδη, τον φίλο του.    
Είχα την τύχη, με την μεσολάβηση του κ. Δημ. Βλάχου, να συναντήσω την κυρία Τίνα Γώδη,  την σπουδαία φιλόλογο του Ανατόλια και μία γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα. Άκουσα με ιδιαίτερη ικανοποίηση τα λόγια με τα οποία περιέγραψε τον χαρακτήρα, την επαγγελματική επάρκεια και, ιδίως, το ήθος του Γιάννη Παπαράλλη, συναδέλφου της καθηγητή για πολλά χρόνια στο Κολλέγιο. Είχα πολύ χρόνο να ακούσω την  λέξη «σεβαστικός» με την οποία η κ. Γώδη προσδιόρισε την μόνιμη στάση του Γ. Π. τόσον  απέναντι στους συναδέλφους του καθηγητές όσο και σε όλους τους εργαζόμενους στο Κολλέγιο αλλά  βεβαίως και απέναντι σε κάθε έναν από τους συνανθρώπους του.


Σημειώσεις


1.     Η εβραϊκή κοινότητα Αλεξανδρουπόλεως, δημιουργήθηκε και αυτή από την συγκέντρωση των πρώτων Ισραηλιτών, οι οποίοι έφθασαν  στην περιοχή κατά την περίοδο των έργων της σιδηροδρομικής γραμμής. Συρρικνώθηκε μετά την άφιξη των χριστιανών προσφύγων και στο τέλος της δεκαετίας του ’30 αριθμούσε περίπου 25 οικογένειες στην πόλη, με 140 άτομα – από αυτά μετά το ολοκαύτωμα εσώθησαν μόνον 4 άτομα. Ο επιστολογράφος εδώ μαρτυρεί έναν τρόπο, ο οποίος οδηγεί τους χριστιανούς παίδες, από μικροί, να αποκτούν συγκεκριμένες συμπεριφορές απέναντι στους συνομηλίκους τους  των άλλων θρησκειών – σημειώνει σχετικώς:  «Κάτι στυγερές αφηγήσεις για την εβραϊκή και την τουρκική αντιχριστιανική θηριωδία» υποδαύλιζαν, όσα έπρατταν τα χριστιανόπουλα αυτές τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδος εις βάρος των αλλοθρήσκων παίδων .
2.         Η λέξη μπαγδαντί (το) προέρχεται από την τουρκική bagdadi και σύμφωνα με το Λεξικό του  
        Δημητράκου [μπαγδατί] σημαίνει: ο μεσότοιχος  δωματίων ή η οροφή εκ λεπτών σανίδων μετ’ 
        ασβεστοκονιάματος
3.     Το κόμμα Χιντσάκ [Hinchak] ιδρύθηκε από Αρμενίους στην Γενεύη το 1887    και σκοπός του ήταν η δημιουργία ανεξαρτήτου αρμενικού κράτους.
4.     Η Σεβάστεια (σήμερα η τουρκική Sivas, αρμενικά Սեբաստիա) για μεγάλο διάστημα υπήρξε το κέντρο της Μικρής Αρμενίας (Poker Hayk), της δυτικότερης περιοχής της ιστορικής Αρμενίας.
5.     Οι δύο στίχοι είναι από το ποίημα Fog του Γ. Σεφέρη, γραμμένο τα Χριστούγεννα του 1924 στο Λονδίνο και δημοσιευμένο στη συλλογή Στροφή, το 1931. Ο φιλόλογος Γ. Π. αντιγράφει, για τον φίλο του, τους δύο από τους 4 στίχους του προτελευταίου τετραστίχου του ποιήματος. Ολόκληρο το τετράστιχο είναι:


      Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
      Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
     όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα,
      κάτι θα βρούμε ζήτα – ζήτα.

  Έτσι το «κάτι» θα βρούμε, με το ζήτα – ζήτα, είναι απάντηση στο ερωτηματικό «τάχα παρηγοριά θα βρούμε;» του πρώτου στίχου και φαίνεται να αντιστέκεται με επιτυχία στους άλλους δύο στίχους - της νύχτας - όταν το σκοτάδι της ερωτικής μοναξιάς  καλύπτει όλη τη ζωή του νέου, τότε, ποιητή. 
6.     ΠΑΠΑΡΑΛΛΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ, Σχέδια από τη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη, Ιανόs, 2007, σ.180.       
7.     Εδώ, δημοσιεύεται το σημείωμα του ποιητή  Ντίνου Χριστιανόπουλος με τίτλο «Γιάννης Παπαράλλης» που τυπώθηκε στο συνοδευτικό δίφυλλο της εκθέσεως του Γ. Π., η οποία έγινε στην Αίθουσα Τέχνης του Δήμου Θεσσαλονίκης το έτος 1997. Το τυπωμένο σημείωμα διαφέρει από το επίσης δημοσιευμένο παρακάτω χειρόγραφο, γεγονός το οποίον σημαίνει ότι ο ποιητής συμπλήρωσε μία παράγραφο – μέσα σε αγκύλες στο δημοσιευμένο – και πρόσθεσε την λέξη πέτρες δίπλα στις λέξεις σπίτια και δέντρα της παρενθέσεως του κειμένου.
Ο καλλιτέχνης Γιάννης Παπαράλλης συνεχίζει σεμνά και διακριτικά την παράδοση του Γ. Παραλή ζωγραφίζοντας με ακρυλικά χρώματα παλιά σπίτια της Θεσσαλονίκης, είτε λαϊκά είτε αστικά, και δίνοντάς τους την πατίνα του χρόνου με νοσταλγία και μελαγχολία.
[Ο Γ. Π. μεταφέρει στους πίνακές του μνήμες της παιδικής του ηλικίας ζυμωμένες με το αίσθημα της πικρίας για το χάσιμο μιας ομορφιάς που λίγο πολύ όλοι μας αναπολούμε με συγκίνηση.]
Τονίζει με μεράκι ακόμη και την πιο παραμικρή λεπτομέρεια στα αντικείμενα (σπίτια, δέντρα, πέτρες) και ζωντανεύει την ομορφιά που διατηρεί καθετί το παλιό, όταν η φύση το εξωραΐζει.
Πολλοί πίνακες του Γ.Π. βασίζονται σε παλαιότερα σχέδιά του και αποδίδουν τα σπίτια που ξέρουμε σε παλαιότερη μορφή τους· σε άλλα έργα του αποδίδεται η σημερινή τους κατάσταση.
Όμως, τόσο τα παλιά όσο και τα σημερινά, έχουν χάρη και ομορφιά, που οφείλονται στην εξιδανικευτική διάθεση του ζωγράφου.
Και ο θεατής φεύγει συγκινημένος βλέποντας την τέχνη να συντηρεί αυτό που η ζωή ή ο υλισμός των ανθρώπων αφήνουν να καταρρέει.


8.     Μους [Muş], πόλη της Ανατολικής Τουρκίας. Θεωρείται ένα από τα πρώτα κέντρα του αρμενικού πολιτισμού. Το 1913 είχε 27.000 κατοίκους εκ των οποίων 13.000 ήταν μουσουλμάνοι [Κούρδοι] και 13.700 Αρμένιοι. Το 1915 το σύνολον του αρμενικού πληθυσμού, περίπου 15.000 άνθρωποι, σφαγιάστηκαν ως μέρος της γενοκτονίας των Αρμενίων [περισσότερα στην Wikipedia].
9.       Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος [Surb Karapet] ήταν ένα αρμενικό μοναστήρι στην ανατολική Τουρκία, 30 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Muş. Θεωρήθηκε το πιο σημαντικό μοναστήρι στην τουρκική (Δυτική) Αρμενία και το δεύτερο πιο σημαντικό από όλα τα μοναστήρια των Αρμενίων - μετά το Etchmiadzin [Ετσμιατζίν]. Το 1915 κάηκε και λεηλατήθηκε, ενώ αργότερα εγκαταλείφθηκε. Οι Κούρδοι κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποίησαν τους λίθους του ναού για τις οικοδομικές τους εργασίες.      
10. Στον τόμο «Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912 – Συμπόσιο», έκδοση του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1986, σ.773 περιέχεται και το κείμενο: Χασιώτης Ιωάννης Κ. – Κασαπιάν Γκιούλα, Η αρμενική παροικία της Θεσσαλονίκης: Ίδρυση, οργάνωση, ιδεολογία και κοινωνική ενσωμάτωση. Οι συγγραφείς σημειώνουν: «Η συνεχής, ωστόσο, και σταθερά τεκμηριωμένη παρουσία Αρμενίων στη Θεσσαλονίκη αρχίζει από την προτελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, για το Μάρτιο του 1881 διαθέτουμε … ονομαστική κατάσταση 20-25 αρμενικών οικογενειών, μόνιμα εγκαταστημένων στη Θεσσαλονίκη.». Παρακάτω οι ίδιοι πιθανολογούν ότι οι 20-25 οικογένειες αποτελούνταν από 70 – 80 άτομα συνολικά. Το 1885 οι οικογένειες ήταν 35 με 183 άτομα και «στα επόμενα δέκα χρόνια ο αριθμός αυτός σχεδόν διπλασιάστηκε: έφτασε τις 324 ψυχές.». Επομένως, η εγκατάσταση των Αρμενίων στην Αλεξανδρούπολη προηγείται χρονικά 15 χρόνια περίπου από αυτήν της Θεσσαλονίκης και ο αριθμός των ατόμων  της παροικίας της Αλεξανδρουπόλεως υπήρξε, στην αρχή και εν συνεχεία  για μερικά χρόνια, μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο της Θεσσαλονίκης. Επίσης ο ναός του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου εγκαινιάστηκε το 1886 ενώ ο ναός της Παναγίας στην Θεσσαλονίκη το 1903. Τέλος το αρμενικό σχολείο στην Αλεξανδρούπολη λειτούργησε το 1880 σε δικό του κτίριο δίπλα στην εκκλησία ενώ στην Θεσσαλονίκη λειτούργησε το 1887 και απέκτησε δική του στέγη, αργότερα, το 1907. Νομίζω ότι από τα συγκριτικά στοιχεία των δύο κοινοτήτων προκύπτει ο εξαιρετικός δυναμισμός της αρμενικής παροικίας της Αλεξανδρουπόλεως αλλά και η σταθερή προσήλωση των μελών της (όπως και των μελών των άλλων κοινοτήτων της διασποράς) στα ιδιαίτερα στοιχεία της πίστεως, της παραδόσεως και του πολιτισμού του αρμενικού λαού.