Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014


Φωτογραφίες γάμων, 5: Φωτογραφίες, από τον γάμο Ελλήνων μεταναστών, ο οποίος έγινε στο Αμβούργο της Γερμανίας στις 26.10.1960 * Wedding photos, 5: Photos from the wedding of Greek immigrants, that was held in Hamburg, Germany on 10.26.1960


Εικόνα 1. Δύο φωτογραφίες βγαλμένες κατά την διάρκεια του μυστηρίου του γάμου.

       



Εικόνα 2. Ίδια φωτογραφία σε δύο διαφορετικά μεγέθη. Στην δεξιά φωτογραφία σημειώνεται: «26.10.[19]60 * Χαρισμένη στην μανούλα μας και στον αδελφό μας Γιώργο από τον γάμο μας, εν Αμβούργω Γερμανίας τη 26.10.60 * Hamburg den 29.1.61. Με αγάπη, Νίκος.».

Εικόνα 3. Στην κάτω φωτογραφία σημειώνεται: «26.10.[19]60 * Μετά την τελετή του γάμου μας στον ιερό ναό του Αγ. Νικολάου, εις Αμβούργον…μετά του ιερέως μας ιερομονάχου Χρυσάνθου Ζώη…».


Εικόνα 4. Φωτογραφία επάνω αριστερά: το ζεύγος, μετά την τελετή, στο σπίτι τους.
Φωτογραφία επάνω δεξιά: «Hamburg 27.10.60 Την επομένη του γάμου μας ευτυχισμένοι στο σπιτάκι μας. Για να μας βλέπετε όταν μας θυμάστε. Νίκος».
Φωτογραφία κάτω αριστερά: «Χαρισμένη στην μανούλα μας με αγάπη, Νίκος και Βούλα»
Φωτογραφία κάτω δεξιά: «Χαρισμένη στην μανούλα μας και στον αδελφό μας Γιώργο. Με αγάπη Βούλα και Νίκος»
             
Σημείωση.


Παντρεύονται ο Νίκος και η Βούλα, στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου στο Αμβούργο, στις 26 Οκτωβρίου 1960. Ιερουργεί ο ιερέας του ιερού ναού, Ιερομόναχος Χρύσανθος Ζώης. Αυτά είναι όλα τα στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από τις σημειώσεις, στο πίσω μέρος μερικών από τις φωτογραφίες του γάμου. Ακόμα,  υπάρχει το μικρό όνομα του αδελφού του γαμπρού, Γιώργος, ο οποίος, μαζί με την μητέρα τους, ζει στην Ελλάδα.
Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι τραβηγμένες κατά την διάρκεια της τελέσεως του μυστηρίου – η δεύτερη, μάλλον, κατά τον «χορό του Ησαΐα». Στις φωτογραφίες φαίνονται δύο ιερείς και το ζεύγος των κουμπάρων. Μοιάζουν να είναι και αυτοί – οι κουμπάροι -  Έλληνες, ίσως πήγαν ενωρίτερα και σε κάπως μεγαλύτερη ηλικία,  να εργασθούν στην Γερμανία. Δεν εικονίζονται καλεσμένοι εκτός από μία κυρία – φαίνεται η πλάτη της - στην πρώτη φωτογραφία. Σε αυτήν την ίδια φωτογραφία παρουσιάζεται, στον τοίχο του ναού, κρεμασμένη ψηλά – κάτω από το ταβάνι – η ελληνική σημαία.
Όμορφο ζεύγος η Βούλα και ο Νίκος: η νύφη ίσα που χαμογελά – καλύτερα: μία ιδέα χαμόγελου – σε δύο από τις φωτογραφίες. Στις άλλες βγαίνει σοβαρή και μοιάζει σαν μία ελαφριά μελαγχολία να καλύπτει το πρόσωπό της - και αυτό την ομορφαίνει. Ο γαμπρός εκδηλώνει την χαρά του, όταν κοιτάζει προς τον φακό ή όταν στρέφεται προς την Βούλα, την γυναίκα του πλέον.
Έχουν περάσει από τον γάμο τους 54 χρόνια. Τότε ήταν νέοι, όμορφοι και μακριά από τον τόπο τους. Ήταν μετανάστες - εργαζόμενοι στην Γερμανία και θα έκαναν όνειρα, μετά τον γάμο όνειρα κοινά και για τους δύο.
Προτιμώ να μην γνωρίσω τι συνέβη μετά τον γάμο, εκτός εάν όλα εξελίχθησαν ομαλά: έκαναν παιδιά, έμειναν μαζί με καλό τρόπο και μένουν ακόμα και σήμερα μαζί, υγιείς, ευχαριστημένοι από όλα όσα έζησαν και παρέχοντας πάντοτε ασφάλεια, με την παρουσία του, ο ένας στον άλλο. Τότε μόνον  θα ήθελα να ρωτήσω και να μάθω  λεπτομέρειες για την ζωή τους.
Ούτως ή άλλως, όμως,  μου είναι αρκετή η παρουσία τους εδώ στις φωτογραφίες, όπως ήταν την ημέρα του γάμου τους στις 26 Οκτωβρίου 1960, ανήμερα της εορτής του προστάτη μας Αγίου Δημητρίου.


Εάν με ρωτήσετε γιατί αυτές οι συγκεκριμένες φωτογραφίες δημοσιεύονται εδώ, ως η πρώτη σειρά φωτογραφιών από γάμο Ελλήνων μεταναστών,  δεν θα έχω να σας δώσω, λογικά, επαρκή απάντηση. Συμβαίνει κάποια στιγμή: σταματάς, κοιτάζεις, κοιτάζεις ξανά και ξέρεις ότι αυτές είναι οι πρώτες, οι οποίες θα δημοσιευτούν από αυτή την ενότητα φωτογραφιών. Αν όμως πρέπει να πω κάτι, το οποίον με επηρέασε καθώς ερχόντανε στο μυαλό μου ξανά και ξανά, όταν τακτοποιούσα τις φωτογραφίες και έγραφα αυτό το μικρό κείμενο, τότε είναι ο τρόπος –  η λέξη καλύτερα, με την οποία αποκαλεί την μητέρα του, όσες φορές την αναφέρει, γραμμένη στο πίσω μέρος των φωτογραφιών: μανούλα την λέει - μανούλα την γράφει.     


Υ.Γ.

Η συλλογή φωτογραφιών με νύφες και γάμους


               Στον Παντελή Μαυροσκούφη



Θα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια από τότε, όταν  πρώτη φορά συγκέντρωσα μερικές δεκάδες φωτογραφίες γάμων, όλες τραβηγμένες  πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Με γοήτευαν σε αυτές, όσα ακριβώς με γοητεύουν και σήμερα. Πρώτα, τα πρόσωπα των εικονιζομένων και οι εκφράσεις τους, κατά την διάρκεια του μυστηρίου αλλά και αμέσως μετά, όταν το ζεύγος φωτογραφίζεται στη σειρά, πρώτα με τα μέλη των δύο οικογενειών, μετά με τους φίλους και όλους τους καλεσμένους, συνήθως,  επάνω στα σκαλοπάτια - μπροστά στην είσοδο του ναού. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ρούχα όλων όσων συμμετέχουν στη τελετή: το νυφικό της νύφης και το επίσημο κουστούμι του γαμπρού, αλλά και τα καλά ενδύματα, τα οποία φορούν αυτήν την ημέρα οι παράνυφες, οι συγγενείς και όλοι οι καλεσμένοι και παριστάμενοι στην χαρά του νέου ζεύγους. Στην  επαρχία, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60, ήταν σπάνιο να υπάρξει φωτογραφική μηχανή ή  φωτογράφος για να φωτογραφήσει ένα γάμο – να αποτυπώσει τις εικόνες ενός σημαντικού γεγονότος της οικογενείας αλλά και όλης της κοινότητας.  Και είναι αλήθεια ότι, τότε, ακόμα συνέβαιναν σε όλη την εβδομάδα του γάμου, με αποκορύφωμα την Κυριακή του μυστηρίου, κινήσεις και πράξεις σπάνιας αισθητικής, οι οποίες στηρίζονταν σε μία μακραίωνη παράδοση, την οποία ανανέωναν  συνεχώς και με έναν ιδιαίτερο τρόπο την επλούτιζαν με όλα όσα, ξεχωριστά, συνέβαιναν σε κάθε μία περίπτωση γάμου.     Όμως τότε έλειπαν από το χωριό οι φωτογράφοι και οι φωτογραφικές μηχανές. Νομίζω, ότι ελάχιστοι στην επαρχία θα έχουν στα σπίτια τους φωτογραφίες, εκείνων των ετών, από τους γάμους  των γονέων τους και ακόμη σπανιότερα θα υπάρχουν φωτογραφίες από παλαιότερους γάμους, των προγόνων τους. Αντιθέτως στις μεγάλες πόλεις, όπως στην Θεσσαλονίκη, πριν από την τελετή, συνήθως, ήταν προγραμματισμένη και η φωτογράφηση του γάμου. Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’50 οι στάσεις ήταν περιορισμένες και ο αριθμός των φωτογραφιών, τις οποίες ετύπωναν, ήταν πάντα συγκεκριμένος: σε αυτές που θα κρατούσε το ζεύγος για το οικογενειακό άλμπουμ προσθέτανε και μερικές επιπλέον, τις οποίες θα έδιναν στους στενούς συγγενείς και φίλους ή θα έστελναν ταχυδρομικώς  στους συγγενείς τους σε άλλες πόλεις, σε αυτούς οι οποίοι δεν παρευρέθησαν στην τελετή.    Από την φωτογράφηση στην εκκλησία και στο studio μένουν  δύο σειρές φωτογραφιών, από  διαφορετικές πόζες, σε δύο εντελώς διαφορετικούς χώρους. Στην πρώτη περίπτωση, στο χώρο της εκκλησίας, φαίνονται οι εικόνες από την εξέλιξη του μυστηρίου του γάμου – εδώ, στην εκκλησία, κυριαρχεί κυρίως το συναίσθημα του ζεύγους αλλά και των πολύ στενών συγγενών τους, κυρίως των γονέων τους. Μερικές φορές μπορεί να συναντήσει κανείς αυτά, τα οποία ονόμασαν «δάκρυα χαράς» εννοώντας, υποθέτω, ότι κυλούν και από χαρά μαζί με τις άλλες αιτίες που τα δημιουργούν, αιτίες άλλοτε γνωστές και άλλοτε αδιευκρίνιστες και συγκεχυμένες. Στην εξέλιξη του μυστηρίου, οι καλεσμένοι αντιδρούν ανάλογα με όσα αισθάνονται ή σκέπτονται -  οι περισσότεροι φαίνονται χαρούμενοι,  ιδίως κατά τον «χορό του Ησαΐα», όταν ραίνουν με άνθη, κουφέτα  και ρύζι το νέο ζεύγος. Κεντρικά πρόσωπα της τελετής: το ζεύγος, ο κουμπάρος/οι και ο ιερεύς, ο οποίος τελεί το μυστήριο. Μετά, οι εικόνες, με τις ευχές και τα συγχαρητήρια των καλεσμένων και μερικές πόζες με το ζεύγος στο κέντρο - στο πλάι και πίσω, τους καλεσμένους.  Στο studio φωτογραφίζεται το ζεύγος, η νύφη μόνη της – ποτέ ο γαμπρός μόνος του – η νύφη με τις μικρές παράνυφες, το ζεύγος με τους κουμπάρους. Μερικές φορές το ζεύγος φωτογραφίζεται με τους γονείς του και τα αδέλφια τους. 
Πέρασαν τριάντα χρόνια από τότε που έμειναν οι πρώτες φωτογραφίες γάμων επάνω στο μεγάλο τραπέζι, στο μέσον του παλαιού καταστήματός μας. Ήτανε αρκετό καιρό στην ίδια θέση και αύξαιναν από τις καινούργιες που προσετίθεντο  κάθε φορά στις υπάρχουσες – κανείς άλλωστε από τους πελάτες δεν ενδιαφερόντανε για φωτογραφίες γάμων τότε και, ευτυχώς, ούτε σήμερα ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, κανείς. Μία ημέρα, όμως, μπήκε στο κατάστημα ο αρχαίος φίλος, ο σκηνογράφος  Δ. Φωτόπουλος, τις πρόσεξε και ζήτησε να τις αγοράσει – είπε ότι τον ενδιέφεραν τα φορέματα των γυναικών. Αυτό ήταν: του τις δώρισα, καθώς  ο Διονύσης υπήρξε  κατ’ επανάληψη γενναιόδωρος μαζί μου και θεώρησα ότι ήταν αδύνατο να του εξηγήσω, τι πραγματικά συνέβαινε με τις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Μετά από το γεγονός αυτό σταμάτησα, βέβαια, να συγκεντρώνω φωτογραφίες γάμων.
Πέρασαν τριάντα χρόνια, ίσως περισσότερα από τότε. Μια μέρα, ο Παντελής, ο ένας από τους δύο πιο αξιοπρεπείς, συναδέλφους μου ρακοσυλλέκτες – ο άλλος είναι ο Στέλιος ο Πολωνός - μου έφερε, μαζί με βιβλία, και δύο άλμπουμ φωτογραφιών. Κράτησα τα βιβλία, έριξα μια βιαστική ματιά στις φωτογραφίες και του είπα. «Τι μου τις δείχνεις, αυτές είναι καινούργιες, στην ανακύκλωση». Τότε, ο Παντελής είπε την σωστή φράση: «Ξέρεις, είναι φωτογραφίες από γάμους Ελλήνων μεταναστών» – γνώριζα ότι είχε κάνει και ο ίδιος, ένα διάστημα, μετανάστης και μιλούσε  γερμανικά. Άνοιξα, ξανά,  προσεκτικά τα άλμπουμ και κοίταζα τις φωτογραφίες με πολύ προσοχή: μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της δεκαετίας του ’60 αποτύπωναν μία ημέρα χαράς δύο μεταναστών και των φίλων τους στον ξένο τόπο, στον οποίο εργαζόντανε και οι δύο. Φυσικά, τις κράτησα. Το πρώτο βήμα είχε γίνει αλλά, φαίνεται, χρειαζόντανε κάτι περισσότερο. Και, ευτυχώς, έγινε αμέσως μετά.
Εκείνες τις ημέρες συναντηθήκαμε με την σταθερή φίλη μου, την Χριστίνα Μισδανίτη. Ο πατέρας της, ο Χρήστος Μισδανίτης μετανάστευσε το 1962 στην Γερμανία και το καλοκαίρι του 1963 επέστρεψε για λίγες μέρες διακοπών στην Ελλάδα. Είδε την Ευαγγελία Ζωγράφου  και την ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν και έφυγαν οι δυο τους για να εργασθούν, πίσω, στην Γερμανία. Εκεί γεννήθηκε πρώτα η Αγορούλα και μετά η Χρυσούλα και έζησαν όλοι μαζί μέχρι το 1972, όταν οι γονείς έφεραν τις δύο αδελφές στη Δράμα, στη γιαγιά και τον παππού για να πάνε, εδώ, σε ελληνικό σχολείο, ενώ οι ίδιοι επέστρεψαν και δούλευαν στη Γερμανία – ευτυχώς δεν έμειναν εκεί για πολύ καιρό ακόμα, μετά από το 1972. Εξήγησα, λοιπόν, στην Χριστίνα τι σκοπεύω να κάνω και της εζήτησα, αν έχουν, να μου φέρει από το πατρικό της κάποια/ες φωτογραφίες γάμων. «Θα δω» μου απάντησε, όπως είναι ολιγομίλητη. Σε λίγες ημέρες μου έδωσε ένα φάκελο με αρκετές φωτογραφίες γάμων, κυρίως, Ελλήνων μεταναστών, οι οποίοι είχαν παντρευτεί στην Γερμανία και στο Βέλγιο. «Ξέρεις» της εξήγησα, «θέλω τις πρωτότυπες, αυτές τις ίδιες δηλαδή». Σκέφτηκα μήπως νόμισε, ότι θα κρατούσα αντίγραφα - τις εικόνες τους στον υπολογιστή και θα επέστρεφα, όλες όσες μου έφερε.
– «Ναι», μου απάντησε, «μπορείς να τις κρατήσεις, είπε η μαμά μου», και χαμογέλασε. Αυτό ήτανε το δεύτερο, απαραίτητο, βήμα. Την άλλη ημέρα, ενημέρωσα τους συναδέλφους εμπόρους στην αγορά, ότι συγκεντρώνω φωτογραφίες γάμων και μπορούν να μου δωρίζουν, όσες περισσότερες εντοπίζουν. Στις αντιρρήσεις τους ότι είναι αργά και έπρεπε ενωρίτερα να άρχιζα, τους απάντησα ότι μέχρι το τέλος του έτους - σε λιγότερο από πέντε μήνες - θα είχα περισσότερες από τρεις χιλιάδες φωτογραφίες γάμων. Και είχα. Τώρα είναι τόσες και άλλες τόσες και άλλες τόσες και ακόμα πολύ περισσότερες. Έφτασα στο σημείο να μη παίρνω πια όλες τις φωτογραφίες που μου προσφέρονται, αλλά να επιλέγω, όσες θεωρώ ότι παρουσιάζουν, για κάποιους λόγους σταθερούς ή διαφορετικούς κάθε φορά, κάποιο ενδιαφέρον. Μετά, ξεχνώ τους λόγους και μένουν οι φωτογραφίες, με όσο περισσότερα στοιχεία μπορώ να συγκεντρώσω γι’ αυτές.
Έχω ιδιαίτερη αδυναμία στις φωτογραφίες από τους γάμους των μεταναστών. Πιστεύω ότι ήταν δυσκολότερο για τους Έλληνες μετανάστες της Ευρώπης να παντρεύονται εκεί, στις χώρες της παραμονής τους, χωρίς την παρουσία των γονέων τους και των αδελφών τους,  από ότι ήταν για τους Έλληνες μετανάστες τους εγκαταστημένους στην Αμερική ή στην Αυστραλία. Στην πρώτη περίπτωση, οι Έλληνες εργάτες στις ευρωπαϊκές χώρες είχαν την αίσθηση του προσωρινού και μαζί του σχετικώς πλησίον, σε σχέση με τα οικεία τους πρόσωπα - πρώτα από όλα με τους γονείς, ιδίως με την μητέρα τους. Είναι δύσκολο, να παντρεύεσαι στην Γερμανία ή στο Βέλγιο και οι γονείς σου από την Δράμα ή το Κιλκίς – τόσο κοντά - να μην παρευρίσκονται. Ενώ, οι Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία και στην Αμερική γνώριζαν, οι περισσότεροι, ότι μπορεί να είναι μόνιμη η παρουσία τους στην χώρα – να είναι δηλαδή η νέα πατρίδα τους - και αισθανόντανε πως βρίσκονται μακριά από τον τόπο καταγωγή τους - σε μεγάλη απόσταση από τους γονείς τους.

Έτσι όταν, πρόσφατα, απέκτησα αυτή την σειρά φωτογραφιών, κατάλαβα αμέσως ότι θα ήταν οι πρώτες φωτογραφίες ενός γάμου μεταναστών στην Ευρώπη, τις οποίες θα παρουσίαζα εδώ και ότι θα αφιέρωνα την δημοσίευση στον γλυκύτατο Παντελή, με την θέλησή του απόντα, αλλά, ταυτοχρόνως,  θα απέδιδα και την οφειλή μου στην Χριστίνα Μισδανίτη και σε όλη την οικογένειά της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου